Αρχείο

Αρχείο Συγγραφέων

Ένα διαχρονικό παραμύθι

Σεπτεμβρίου 25, 2017 Σχολιάστε

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μικρό χωριό, ζούσαν ευτυχισμένοι καμιά εξηνταριά άνθρωποι. Μπορεί να ήταν κι εξήντα πέντε. Αν και η κύρια ασχολία τους ήταν η κτηνοτροφία, δεν τους έλειπε τίποτα. Μπορεί να μην είχαν όλες τις ανέσεις που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις, μπορεί να μην είχαν θέατρα, κινηματογράφους, και ακριβά εστιατόρια αλλά μια χαρά περνούσαν.

Τα πανηγύρια, εκτός από το μεγάλο στην μνήμη του Άι Λιά στα τέλη του Ιούλη, του προστάτη του χωριού, συχνά στήνονταν στην πλατεία με την παραμικρή αφορμή. Μερικές φορές, πέρναγε και κάποιος περιοδεύων θίασος ή κάποιος καραγκιοζοπαίχτης, και τότε όλο το χωριό μαζεύονταν να διασκεδάσει. Μια φορά μάλιστα, είχε περάσει από το χωριό και ένας περιοδεύων κινηματογράφος. Μεγάλη εντύπωση άφησε αυτό το γεγονός στους χωριανούς, ακόμα το συζητάνε, χρόνια μετά.

Φυσικά, το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ήταν τα δυο καφενεία του χωριού. Παραδοσιακά, όμορφα καφενεία, με καλό καφέ, νόστιμα μεζεδάκια και δυνατό τσίπουρο. Δεν παραβλέπουμε βέβαια και τις δροσερές πορτοκαλάδες και τη βανίλια υποβρύχιο για τα παιδιά.

Αυτά τα δύο καφενεία που λέτε, ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, στην πλατεία του χωριού. Βόρεια το ένα, του Βασίλη του Χοντρού και νότια το άλλο, του Μήτσου, που είχε το συνήθειο να επιμένει να τον φωνάζουν Δημήτριο, αφού στα νιάτα του είχε περάσει ένα έτος στη νομική σχολή, στη μεγάλη πόλη. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο χωριό όταν αρρώστησε βαριά ο πατέρας του, και κάποιος έπρεπε να φροντίσει το καφενείο. Βλέπετε, από αυτό ζούσαν όλοι, κι αυτός και η μάνα του και οι δυο ανύπαντρες τότε αδερφές του. Γύρισε λοιπόν άρον άρον, αλλά το κουσούρι της νομικής έμεινε. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι Μήτσος ο Χασοδίκης.

Στην ανατολική πλευρά της πλατείας, στεκόταν η εκκλησιά του Άι Λιά. Το καμάρι του χωριού. Ο παππάς του χωριού, ένας γεράκος, έξω καρδιά, που σε όλους έλεγε πως θα πάνε στον παράδεισο, όλους τους αγαπούσε και κανέναν, μα κανένα δεν είχε επιπλήξει ποτέ αν καμιά φορά δεν εμφανιζόταν στην εκκλησία, ή αν του ξέφευγε καμιά βλαστήμια. Το παγκάρι του ήταν μονίμως άδειο, μιας και ότι έπεφτε μέσα, πήγαινε αμέσως στους πιο φτωχούς, σε κάποιο παιδί του χωριού που είχε κατέβει στη μεγάλη πόλη για σπουδές ή σε λογαριασμούς κάποιου νοσοκομείου όταν η ασθένεια ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων του γιατρού.

Ο γιατρός ήταν νέος, ξενομερίτης, τον έστειλε το Κράτος στο χωριό για τρία χρόνια, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Ακούραστος και ευγενικός, πάντα έτρεχε να βοηθήσει τους ανθρώπους του, αλλά πέρα από κανα κερασμένο τσίπουρο, κανα γλυκό του κουταλιού και κανα κυριακάτικο τραπέζωμα όσο ζούσε μόνος του, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει αμοιβή για τις υπηρεσίες του. “Μα με πληρώνει το Κράτος”, αναφωνούσε θιγμένος κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να τον πληρώσει. Μετά βέβαια, αγάπησε τη Μαριγώ, την κόρη του μπακάλη, και έτσι έχασε τα κυριακάτικα γεύματα, αλλά κέρδισε τον έρωτα τς ζωής του. Σύντομα έκανε και κουτσούβελα, έμεινε πια μόνιμος στο χωριό, και οι άνθρωποι έπαψαν να τον λεν ξενομερίτη. Τον πείραζαν όμως καμιά φορά, φωνάζοντας τον σώγαμπρο. Τότε γελούσε και τους έλεγε πως τα τρία από τα εφτά παιδιά που πήγαιναν σχολείο στο χωριό, ήταν δικά του, του σώγαμπρου.

Το σχολείο ήταν στην άκρη του χωριού, πέτρινο, δυο τάξεις και ένα γραφειάκι για το δάσκαλο. Η μια τάξη χρησίμευε ως αποθήκη μιας και τα παιδιά ήταν λίγα. Ο δάσκαλος, ο κύριος Ξενοφών, μιας κάποιας ηλικίας, εργένης, μετρημένος και πάντα καλοντυμένος ήταν καλοσυνάτος και υπομονετικός με τα παιδιά. Πέρα από τη σχολική ύλη, τα έπαιρνε συχνά στην εξοχή να τα διδάξει επί τόπου βοτανολογία, βιολογία, ζωολογία και άλλα. Τους μάθαινε για τα πετρώματα και τα απολιθώματα και την προϊστορία.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σ’ αυτές τις εξορμήσεις συναντούσαν τον αγροφύλακα να γυρνάει από χωράφι σε βοσκοτόπι και από μαντρί σε αγρόκτημα. Ο αγροφύλακας που έκανε χρέη και αστυνόμου, ο Δημήτρης του Νικολή, όπως τον ήξεραν στο χωριό, όχι μόνο δεν ασκούσε ουσιαστική εξουσία, αλλά έτρεχε πάντα να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη από ένα χεράκι στις δουλειές. Πότε τον έβρισκες στον έναν όταν έσφαζε γουρούνι, πότε στον άλλο όταν ήταν ο καιρός για το κούρεμα των προβάτων, άλλες πάλι φορές έκοβε ξύλα για κάποιες γιαγιάδες, που χήρες πλέον, ζούσαν μοναχές τους.

Ο παππάς, ο δάσκαλος και ο γιατρός ήταν αχώριστοι. Οι τρεις τους μαζεύονταν στο καφενείο για τσίπουρο και πρέφα σχεδόν κάθε απόβραδο. Αλλά φρόντιζαν να πηγαίνουν μια στο ένα και μια στο άλλο καφενείο, μιας και κανένας στο χωριό δεν είχε έχθρες με κάποιον άλλον. Καμιά φορά μαζί τους, έβλεπες και το αγροφύλακα. Αν δεν ήταν εκεί, τότε σίγουρα ήταν με μιαν άλλη αχώριστη τριάδα στο χωριό που την αποτελούσαν ο Πρόεδρος, ο μπακάλης και ο φαρμακοποιός.

Ο Πρόεδρος, Σωτήρης Μέτζουλας στο όνομα, ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Ένα γεγονός που εξασφάλιζε την μόνιμη εκλογή του ως προέδρου του χωριού. Κατά βάθος, ήσυχος και καλός άνθρωπος, πάσχιζε να βοηθήσει το χωριό με κονδύλια από τη Νομαρχία και την κεντρική κυβέρνηση, υποστήριζε σθεναρά τις υποθέσεις των συγχωριανών του, και το γραφείο της κοινότητας ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον τον χρειαζόταν. Το μόνο του κουσούρι ήταν το τσίπουρο, αλλά κι αυτό μόνο όταν έκλεινε η “υπηρεσία της κοινότητος” όπως επέμενε να ονομάζει το τραπεζάκι του καφενείου που χρησιμοποιούσε αντί για το γραφείο του.

Ο μπακάλης, ένας θεόρατος καλοσυνάτος γίγαντας που άκουγε στο όνομα Ηλίας, το επώνυμο Τσάμκας, ήταν ταυτόχρονα και φούρναρης του χωριού. Από κονσέρβα μέχρι σπίρτα, από ψωμί μέχρι λάδι, από σαπούνι μέχρι σοκολάτες, όλα τα είχε στο μαγαζί. Ένα διώροφο πίσω από την εκκλησιά, που κάτω ήταν μαγαζί και απάνω το σπίτι του. Πολλές φορές “ξεχνούσε” να γράψει τα βερεσέδια, πάντα είχε ένα γλειφιτζούρι για τα παιδιά και το μόνο του παράπονο ήταν που είχε μόνο μία κόρη, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, αλλά του πέρασε όταν απέκτησε εγγόνια, και μάλιστα από γαμπρό γιατρό.

Ίσως ο πιο βαρετός να ήταν ο φαρμακοποιός, αλλά μόνο γιατί δεν έπινε, δεν κάπνιζε και είχε μια ανεξήγητη μανία να πλένει συνέχεια τα χέρια του, ως και εκατό φορές την ημέρα. Φάρμακο όμως δεν αρνήθηκε ποτέ σε άρρωστο, είχε δεν είχε λεφτά. Ήταν και λόγιος, διάβαζε κάτι βιβλία, μαύρα, χοντρά δερματόδετα, γραμμένα στη καθαρεύουσα, που μόνο ο δάσκαλος και ο γιατρός θα μπορούσαν να διαβάσουν. Κι όμως, όλως περιέργως, ο Αλέξανδρος Φυκώνης, αυτό ήταν το όνομα του, αν και όλοι τον φώναζαν φαρμακοτρίτφτη, δεν έκανε πολύ παρέα με το γιατρό ή το δάσκαλο. Οι κακές οι γλώσσες λέγανε πως ντρέπεται γιατί δεν είχε τόσο “δυνατό” πτυχίο. Ποιος ξέρει άραγε.

Υπήρχαν και άλλοι πολλοί ωραίοι άνθρωποι στο χωριό, σχεδόν όλοι δηλαδή ήταν ωραίοι, αλλά που να τους απομνημονεύσει κανείς όλους; Ο Μπάμπης, ο καλλίτερος χτίστης πέτρας, ο Νίκος ο χασάπης, ο Παναής ο βοσκός, η Βαγγελιώ η μοδίστρα, η Αννούλα του Πίκουλα με τα υφαντά της και πόσοι ακόμα.

Και η ζωή περνούσε όμορφα. Απλά αλλά όμορφα. Και ήρθε το καλοκαίρι, και είχαμε και γάμο στο χωριό και όλοι περίμεναν πως και πως το γλέντι, μετά της Παναγιάς είχαν πει. Κι ένα πρωί μπήκε ένα απόσπασμα Ες Ες στη πλατεία, και κάποιοι με κουκούλες. Και μάζεψαν όλο το χωριό και ψάχναν τον Θύμιο, του κυρ Παντελή που λέγαν πως είχε βγει στο βουνό, Και τους σκότωσαν όλους, εφτά παιδιά, είκοσι πέντε άντρες και τριάντα γυναίκες και τον γιατρό, και το φαρμακοποιό και τον αγροφύλακα και τον παπά και τον μπακάλη και τους καφετζήδες. Μόνο το πρόεδρο άφησαν γιατί ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Αλλά κι αυτός, δεν άντεξε, κρεμάστηκε μόνος του από μια καρυδιά που ήταν στο κέντρο της πλατείας αμέσως με το που έφυγαν οι Ες Ες και οι κουκούλες.

Ήταν μήνας Αύγουστος, αρχές, το καλοκαίρι του 1943.

……

Μήνας Σεπτέμβρης, 2017, και οι Ες Ες ξεχύνονται πάλι στα χωριά, μόνο οι κουκούλες άλλαξαν. Τώρα πια είναι γραβάτες.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-ae

Advertisements

σούρουπο στον κάκαβο

Σεπτεμβρίου 15, 2017 1 Σχολιο

img69140_b3c26f621f4339020a572bf147c1eab9_650_432

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις την ηχώ απ’ τα δακρυγόνα και τα ουρλιαχτά των μπάτσων που επιβάλουν το θανατικό. Θ’ ακούσεις τα βαρύγδουπα καταδικαστικά βουλεύματα μεγαλόσχημων δικαστών, τις κυνικές δηλώσεις των αφεντικών, τα παρακάλια των λακέδων, τα ψέματα των πολιτικών.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις το στρίγκλισμα των πριονιών, τους κρότους των εκρηκτικών, το βρυχηθμό από τις μηχανές που κόβουν, σκάβουν, ξεκοιλιάζουν, και μεταφέρουν το βουνό σε μακρινούς μα τόσο κερδοφόρους προορισμούς.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις το τραγούδι του βουνού, σαν ένα νανούρισμα σαν μοιρολόι. Θα ακούσεις το βουνό να κλαίει για τα δέντρα του, θα ακούσεις τα νερά να νανουρίζουν τα πεθαμένα κούτσουρα, θα ακούσεις τον αέρα να τραγουδά για την αδικία.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις το κλάμα του νερού που του στέρησαν τη ζωή με τόσα δηλητήρια. Θ’ ακούσεις τον ψίθυρο της πέτρας που τόσο βίαια θρυμμάτισαν, το μοιρολόι των δέντρων για τα κομμένα, ξεριζωμένα αδέρφια τους.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις τα λυπημένα τραγούδια που λένε τα σκοτωμένα δέντρα της Χαλκιδικής στα χαμένα παιδιά των ανθρώπων.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο, θ’ ακούσεις την αγωνία όσων με τα δέντρα τραγουδάνε.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-9V

Χαμογελάνε τα σκουπίδια;

Αύγουστος 27, 2017 2 Σχόλια

 

Σέρνονται αργά οι ώρες, οι μέρες, οι εποχές.

Εναλλαγή κατάθλιψης και προσποιητής διασκέδασης.

Ανεκπλήρωτοι πόθοι, σβησμένα πάθη, νεκρά όνειρα.

Η σκιά της κοινωνικότητας πέφτει όλο και πιο μαύρη στα μάτια μας, στην καρδιά μας, στη ζωή μας.

Μα κυρίως πέφτει, σκοτάδι, στο μυαλό μας.

Νεκροζώντανοι.

Παραπαίουμε από στιγμή σε στιγμή, ξύνοντας την λίγδα από μια αλλότρια κανονικότητα.

Μια κανονικότητα που μας έχει αρπάξει από ο σβέρκο, από τ’ αχαμνά, από την ψυχή μας την ίδια., και μας ξετινάζει σαν πατσαβούρια ξεσκονίσματος.

Κάναμε τη ζωή μας διεκπεραίωση, ρουτίνα φυλακισμένου με λοβοτομή.

Το φαΐ μας άγευστο, τα λόγια μας ανούσια, η μουσική μας άτονη, το σεξ χωρίς πάθος, ο ύπνος κενός.

Δίχως όνειρα.

Ούτε καν εφιάλτες.

Κατασκευάσαμε νέους εχθρούς για να κρύψουμε τους φόβους μας.

Διαστρεβλώσαμε τις έννοιες για να ταιριάξουν με την δειλία μας.

Πουλήσαμε συνειδήσεις για ν’ αγοράσουμε τις αλυσίδες μας.

Νομιμοποιήσαμε το δικαίωμα στην ξεφτίλα, μη μπορώντας να κοιταχτούμε στους καθρέφτες μας.

Αλλά όσο κι αν προσπαθούμε, όσο κι αν προσποιούμαστε, όσο κι αν καλύπτουμε τους καθρέφτες μας με μακιγιάζ κανονικότητας, δεν γλυτώνουμε.

Αργά η γρήγορα θα βρεθούμε όλοι μπροστά στον πιο αμείλικτο καθρέφτη, τον πιο σκληρό κριτή.

Τα μάτια εκείνων που αντιστέκονται.

Εκείνων που στέκονται όρθιοι απέναντι στα εκτελεστικά αποσπάσματα

Εκείνων που σαπίζουν στα κελιά χωρίς να μετανοιώνουν.

Εκείνων που δίνουν τα πάντα για να μην έχουν τίποτα να τους δεσμεύει.

Εκείνων που ψάχνουν στα σκουπίδια, όχι για φαγητό, αλλά για ένα χαμόγελο.

 

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-9O

Περί φασισμού

Ιουλίου 28, 2017 1 Σχολιο

 

Ο φασισμός είναι εγγενής χαρακτηριστικό της εξουσίας.

Υπάρχει από πάντα δίπλα της, και θα υπάρχει για όσο θα υπάρχει εξουσία.

Δεν είναι απλά ένα της πρόσωπο, μια μάσκα ή μια εφεδρεία. Είναι η ίδια της η φύση. Όλα τα υπόλοιπα είναι μάσκες, εφεδρείες, ρόλοι παιγμένοι για τις ανάγκες της. Και η εξουσία μας δείχνει την πραγματική της φύση κάθε φορά που η εξουσία βρίσκεται στην επίθεση ή στην άμυνα, κάθε φορά δηλαδή που η δήθεν κοινωνική ειρήνη διασαλεύεται, για όποιον λόγο.

Και πάντα ο λόγος είναι ακριβώς αυτή η πραγματική φύση της εξουσίας, που την ωθεί στην μόνιμη προσπάθεια καθυπόταξης κάθε κοινωνικού υποκειμένου στις επιταγές της.

Η εκμετάλλευση και η φτωχοποίηση των πολλών, η αδικία και η παράλογη σπατάλη πόρων και δυνατοτήτων δεν είναι απλά ένα μέσο για τον πλουτισμό των λίγων, αλλά αποτέλεσμα της ύπαρξης της εξουσίας ως τέτοιας στις κοινωνικές μας δομές.

Σχεδόν όλες οι αναλύσεις, θεωρήματα και ιδεολογίες θεωρούν τις οικονομικές σχέσεις της κοινωνίας ως τον θεμέλιο λίθο της, αδιαφορώντας μάλλον απλοϊκά για το γεγονός πως οι οικονομικές σχέσεις είναι σχέσεις επιβολής και όχι προτίμησης.

Και η επιβολή δεν  γεννιέται από την οικονομική διαστρωμάτωση της οικονομίας αλλά το αντίθετο.

Ο φασισμός λοιπόν, όποιο κι αν ήταν το όνομα του πριν τον βαφτίσουμε έτσι, ως το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας, δεν είναι παράγωγο της εποχής, της οικονομικής κρίσης ή ακόμα και ιδεολόγημα κάποιων «κακών” που παρασέρνει αδαείς και αθώους πολίτες.

Ο φασισμός ήταν, είναι και θα είναι η ίδια η εξουσία, που όντας παράλογη, διαιωνίζει στις ανθρώπινες κοινωνίες σαν ιδεολόγημα, όλες τις βάναυσες και απάνθρωπες συμπεριφορές που είχαμε ως είδος πριν την κατάκτηση της λογικής. Συμπεριφορές που μπορεί σαν ζώα να τις είχαμε ανάγκη για την επιβίωση, αλλά ως έλλογα όντα μόνο αποτροπιασμό και αηδία μπορούν να προκαλέσουν.

Αγελαίες συμπεριφορές (θρησκείες, ομάδες, ιδεολογίες), επιβολή απόψεων με τη βία ή τον οικονομικό εκβιασμό (καταστολή, μισθωτή εργασία), λατρεία της αριστείας και της ισχύς του δυνατότερου (κοινωνικά στάτους, υπερθεμάτιση διακρίσεων βάση καταγωγής ή οικονομικής κατάστασης).

Φόβος και δέλεαρ, όπως και στα ζώα.

Έτσι πορεύεται η εξουσία.

Ο φασισμός είναι στην τελική η κατάπτωση του ανθρώπου στις πιο ζωώδεις συμπεριφορές, η άρνηση της λογικής, ο γεννήτορας κάθε πνευματικής και κατασκευαστής κάθε φυσικής αλυσίδας.

.

Short Url: http://wp.me/p2tMSd-9I

Από τα κάτω

Νοέμβριος 9, 2016 1 Σχολιο

1475770502_114a1ce9f8_o

Γύρω μας τα πάντα καταρρέουν. Οικονομικά μας πήρε ο διάολος. Κοινωνικά ολισθαίνουμε ταχύτατα στον φασισμό. Πολιτικά κατακτήσαμε πλέον τον πάτο της λογικής, το υψηλότερο επίπεδο μαφιόζικης διαχείρισης των κοινών. Διαφθορά, λαμογιά, φασισμός, παρτακισμός, ψεύδος και αναλγησία, απροκάλυπτα πλέον κυριαρχούν απόλυτα σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης. Η φτώχεια, η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ωμή και εξαντλητική εκμετάλλευση, η καταστολή και η πλύση εγκεφάλου είναι η μόνιμη καθημερινότητα για τους πολίτες.  Και το ζητούμενο παραμένει.

Τις πταίει;

Οι απόψεις, διαφορετικές ανάλογα με την πολιτική ταυτότητα του εκφέροντος, άλλες κοντά άλλες μακριά από κάθε πραγματικότητα, δυστυχώς συνήθως περιορίζουν την αναλυτική τους προσπάθεια στην παρατήρηση και την διαπίστωση των συμπτωμάτων. Ομιλώ φυσικά για την «προοδευτική» ή αλλιώς «αριστερή» θεώρηση, μιας και οι εκ των δεξιών αναλύσεις φύσει εξυπηρετούν και δικαιολογούν το υπάρχον ως αναγκαίο και σωστό.

Στο εν γένει «αριστερό» ακόμα και «ελευθεριακό» τοπίο, παρά τις εκ πρώτης όψεως θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ τους, έχουμε μια σχετική σύγκλιση στις διαπιστώσεις αλλά και στην θεώρηση. Κυρίαρχο σημείο σύγκλισης, παραμένει αυτό της ύπαρξης του Καπιταλισμού ως μοντέλο οικονομικής διαχείρισης και κατά συνέπεια και πολιτικής θεσμοθέτησης  των κοινωνικών σχέσεων. Πλείστα όμως τα πολιτικά υποκείμενα υποκύπτουν στην λανθάνουσα αντίληψη του Καπιταλισμού ως οντότητα και όχι ως κατάσταση, σχέσεις  μεταξύ των ανθρώπων. Όλες σχεδόν οι εναλλακτικές στον Καπιταλισμό, αρνούνται να αναγνωρίσουν την ουσιαστική του ιδιότητα στην παραγωγή σχέσεων εξουσίας ως πυρήνα του προβλήματος αλλά θεωρώντας τον διαχειριστή της εξουσίας, αποσκοπούν στην αλλαγή του τρόπου διάχυσης και διαχείρισης της εξουσίας και όχι την κατάργηση αυτής καθ’ αυτής. Έτσι, η ιδιοκτησία για παράδειγμα είναι μια «φυσιολογική» σχέση και ερίζουμε για την ηθική της υπόσταση ως προς τον τρόπο απόκτησης, ή ως προς τον βαθμό συγκέντρωσης ή ακόμα ως προς τον φορέα που την διαχειρίζεται.

Ο Καπιταλισμός αντιμετωπίζεται στην θεωρητική του αποδόμηση περίπου ως αυτόνομη δύναμη, εξυπηρετούμενη από πρόθυμους υποστηρικτές του με σκοπό την προσωπική τους επιβράβευση. Ο Καπιταλισμός ως οντότητα, ανάγεται σε κυρίαρχο εχθρό, και ως εκ τούτου, ως ο απόλυτος στόχος καταστροφής. Πως καταστρέφεις όμως μια ιδεατή οντότητα; Πως πολεμάς κάτι μη χειροπιαστό;

Είναι ακριβώς αυτή η ιδεολογικοποίηση του καπιταλισμού από υποστηρικτές και εχθρούς του ταυτόχρονα, η ίδια ιδεολογικοποίηση κάθε μέχρι στιγμής προτεινόμενης εναλλακτικής που οδηγεί στον αποπροσανατολισμό και κατά συνέπεια στην διαιώνιση του προβλήματος.

Κι εδώ οι απόψεις των διαφόρων ρευμάτων της «αριστερής» διανόησης συνεχίζουν να διχάζονται. Από την χρήση των πολιτικών μέσων (που θεσπίζονται καπιταλιστικά) μέχρι την ένοπλη επανάσταση (με σκοπό την αλλαγή διαχειριστή της εξουσίας) ο δρόμος διακλαδώνεται σε εκατομμύρια μονοπάτια. Έχουν όμως κοινό στοιχείο την υποτιθέμενη «ηθική υπεροχή» κάθε αντικαπιταλιστικού ρεύματος έναντι της υπάρχουσας κατάστασης. Όλοι επικαλούνται το «δίκαιο» και την «ανώτερη ηθική» ως λόγο αντίστασης, ως προαπαιτούμενη παραδοχή από μέρους του υποκειμένου ώστε να του δίδεται η νομιμοποίηση συμμετοχής στον αγώνα ενάντια του εχθρού. Η καταστροφή του καπιταλισμού ως εκ τούτου, υπάρχει μόνο σαν ιδέα αντικατάστασης του με μια ηθικά υπερέχουσα εναλλακτική. Τι είναι όμως τελικά αυτό που επιτρέπει την ύπαρξη του Καπιταλισμού; Ή μάλλον πιο σωστά, τι είναι αυτό που κρατάει τον καπιταλισμό ακόμα ζωντανό; Που αποτυγχάνουν οι εναλλακτικές ηθικές αφηγήσεις; Γιατί δεν αποτελούν ουσιαστικά κανέναν σοβαρό κίνδυνο για την επιβίωση του Καπιταλισμού;

Δεν στοχεύουμε στην κατάργηση των συνθηκών που γεννούν τις ανθρώπινες σχέσεις που ονομάζουμε Καπιταλισμό, αλλά στην αντικατάσταση του Καπιταλισμού με κάτι άλλο που θα γεννά τις ανθρώπινες σχέσεις με διαφορετικό από το καπιταλιστικό ηθικό πρόσημο. Έτσι αντί να επικεντρωθούμε στην αλλαγή των σχέσεων που ορίζουν την ποιότητα της ζωής μας, στοχεύουμε στην αλλαγή της ηθική της ζωής με την ψευδαίσθηση πως θα αλλάξουν έτσι οι σχέσεις μας.

Επί της ουσίας μένουμε προσκολλημένοι σε μια μανιχαϊκή αντίληψη που θέλει τις ανθρώπινες σχέσεις δυνατές μόνο κάτω από το πρίσμα του ενός ή του άλλου ιδεολογικού στρατοπέδου. Όπου η κάθε σχέση υπόκειται στην αξιολόγηση «πάντα καλή» ή «πάντα κακή» βάσει ενός πολιτικού ιδεολογικού κώδικα, μιας ανώτερης ηθικής αφήγησης. Όσο θα επιχειρούμε να δικαιολογήσουμε σε ιδεολογικό ή ηθικό επίπεδο την όποια μορφή ανθρωπίνων σχέσεων, τόσο ο καπιταλισμός θα επιβιώνει, αλλά και τόσο οι προτεινόμενες εναλλακτικές θα παραμένουν ψευδαισθήσεις μικρών ομάδων «πιστών» και ζηλωτών.

Δεν είναι ο καπιταλισμός αυτός καθ’ αυτός το πρόβλημα αλλά η παραδοχή των ανθρωπίνων σχέσεων που τον αποτελούν ως φυσιολογικές. Μόνος τρόπος να αλλάξει αυτό είναι να κατανοηθεί η ανάγκη αλλαγής των σχέσεων μεταξύ μας βάσει της λογικής και όχι βάσει της όποιας ιδεολογικής και κατά συνέπεια, ηθικής επιταγής που ευελπιστεί να τον αντικαταστήσει.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-9B

Ευτυχώς είμαστε θνητοί.

Νοέμβριος 1, 2016 1 Σχολιο

6416445crack

Ευτυχώς είμαστε θνητοί.

Δυστυχώς αδυνατούμε να το καταλάβουμε.

Φαινομενικά υποτίθεται πως το έχουμε αποδεχτεί. Στην πραγματικότητα σπαταλάμε όλη μας τη ζωή παραβλέποντας  την μόνη απόλυτη γνώση που κατέχουμε. Αυτή της θνητότητας μας. Από τις πρώτες μέρες που αποκτήσαμε συνείδηση σαν είδος, επιδοθήκαμε στην αέναη προσπάθεια να την ξεπεράσουμε, να την αρνηθούμε, να την καταργήσουμε. Σπαταλάμε τις ζωές μας προσπαθώντας να τις ζήσουμε σαν αθάνατοι, αδιαφορώντας για το γεγονός πως η ο θάνατος είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ζωής.

Η διαφορά μεταξύ ζωής και επιβίωσης εκεί ακριβώς βρίσκεται. Στην προσπάθεια από τη μία να βιώσουμε την ύπαρξη μας όσο πιο συνειδητά μπορούμε και στην προσπάθεια από την άλλη να μην πεθάνουμε. Αλλά όπως έλεγε και ο Τσάπλιν, υπάρχει κάτι που είναι εξίσου αναπόφευκτο με το θάνατο. Και αυτό είναι η ζωή.

Επιλέξαμε να ζούμε στην ψευδαίσθηση ενός γραμμικού χρόνου, στον οποίο το χειρότερο χαρακτηριστικό του είναι ο αναπόφευκτος τερματισμός της ύπαρξης μας.

Κατασκευάσαμε θρησκείες με χίλιες δύο εκδοχές αποφυγής της θνητότητας μας. Από την μετενσάρκωση μέχρι την αθανασία της «ψυχής» των μονοθεϊστών, από τον ανιμισμό μέχρι τη λατρεία της κατανάλωσης, από την ιδεοληψία της κοινωνικής ηθικής μέχρι τον άκρατο ατομικισμό, δημιουργούμε δικαιολογίες για να αποφύγουμε το αναπόφευκτο.

Πέσαμε με τα μούτρα σε διενέξεις για την ηθική υπεροχή της όποιας επί μέρους ανάγνωσης του «σωστού» τρόπου ζωής. Λες και η ζωή είναι κατασκεύασμα, λειτουργικό σύστημα, προβλέψιμο μοντέλο μαθηματικών εξισώσεων.

Και όλα αυτά μόνο και μόνο γιατί αρνούμαστε πεισματικά να δεχτούμε το εντελώς τυχαίο της ζωής, το εντελώς άνευ σκοπού ή ελέω μιας ανώτερης πρόνοιας ύπαρξη. Λίγη σημασία έχει αν δεχόμαστε ως πρόνοια κάποιο Θεό ή ένα όποιο ιδεολόγημα. Λίγη σημασία έχει καν αν το κάνουμε συνειδητά ή απλά αποδεχόμαστε της επικρατούσα κοινωνική ερμηνεία που μας έχει γαλουχήσει. Σε κάθε περίπτωση αρνούμαστε να κατανοήσουμε την ίδια την ζωή ως  αυτοσκοπό, ως αυθύπαρκτη, έξω από κάθε αιτιολόγηση στην πραγματικότητα.

Αν όμως καταφέρναμε να αποδεχτούμε την ζωή ως αυτοσκοπό, αν καταφέρναμε να διώξουμε από τα μυαλά μας τις παραδοχές της όποιας μεταφυσικής νομοτελειακής σκοπιμότητας, θα μπορούσαμε ίσως επιτέλους να αντικαταστήσουμε την ηθική σαν μέτρο διαβίωσης, με την λογική. Γιατί μόνο με την λογική μπορούμε να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες όπου η ζωή κάθε ανθρώπου γίνεται αυτό που είναι, ζωή και όχι επιβίωση.

Μόνο η λογική αναγνωρίζει πως η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα προς επίλυση, δεν είναι ένα μέσο για την επίτευξη κάποιου ανώτερου σκοπού, δεν είναι μια ενδιάμεση κατάσταση ύπαρξης. Μόνο με τη λογική θα μπορέσουμε να αποδεχτούμε πως δεν υπάρχει πριν ή μετά της ζωής. Η ζωή είναι απλά μια επιθυμία για την ίδια τη ζωή.

.

ShortUrl:http://wp.me/p2tMSd-93

Ξέπνοα

Ιουνίου 3, 2016 1 Σχολιο

736497f2f6971e21ce055c00ad24c9b5_XL

 

Ναυάγησα σε λάθος τόπο
πολύ χλωρό, πολύ καθάριο
σκουπίδι στη ακτή το σώμα μου
το γερασμένο, το άρρωστο, το βρεφικό,
βρώμισε τον αέρα η ανάσα μου
μα πιο κακό έκανε η λαλιά μου.

Του τόπου ετούτου άνθρωποι
μην με κακολογάτε
θα πάω πίσω να πνιγώ
το τόπο να μην πιάνω
κι αν σας αδίκησα ποτέ
είναι που δεν με αφήσατε
ποτέ μου ν’ ανασάνω.

.

Short Url: http://wp.me/p2tMSd-8R

Αρέσει σε %d bloggers: