Archive

Archive for Μαρτίου 2012

ΡΕ ΑΝΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!

Μαρτίου 15, 2012 Σχολιάστε

Δε γράφω δυο μέρες τώρα, γιατί είπα ότι θα μου περάσει, ότι θα ηρεμήσω λίγο, ότι δε θα βρίσω. Ήλπιζα ότι αν ξεκινήσω να γράφω δε θα βουρκώσω, δε θα κλαίω σα μαλάκας. Αλλά τελικά δε γίνεται.
Δε γίνεται, επειδή δε μου το είπαν, αλλά το έζησα. Να με κοιτάει στα μάτια και να μου λέει καθαρά «θα πουλήσω το νεφρό μου ρε φιλαράκι, αλλά θα τη σώσω». Να μου το λέει θυμωμένος και αποφασισμένος. Να ξέρω ότι το εννοεί.
Αυτός άνεργος. Απολυμένος. Εκείνη, η γυναίκα του, νοσηλεύτρια των 700 ευρώ. Να της έχουν βρει καρκίνο στο μαστό.
Κανείς από τους δύο να μην έχει πατήσει τα 40. Στα δημόσια νοσοκομεία που το έψαξαν τους έλεγαν κάτι για σειρά στο χειρουργείο και ελλείψεις στο προσωπικό. Στα ιδιωτικά, ακατέβατα 3.000 ευρώ αμοιβή ο γιατρός.
Το ταμείο του Δημοσίου, δεν καλύπτει ούτε τον υπέρηχο μαστού. Από την τσέπη τους κι αυτά τα 15 ευρώ. Στο σπίτι 3 παιδιά. Να μη μάθουν τίποτα. Κι αυτός αποφασισμένος. «Να πουλήσω το νεφρό μου ρε φιλαράκι. Σε κάποιον να το πουλήσω».
Και να μην έχω 3.000 ευρώ να του τα δώσω κι όποτε μπορέσει να μου τα γυρίσει. Ούτε να ξέρω κανέναν να έχει. Αυτοί είναι οι γνωστοί μου, τι να κάνουμε τώρα; Δεν έχει κανείς τους τόσα.
Γι’ αυτό δε γουστάρω να γράψω. Επειδή, στ’ αρχίδια μου όλα. Και όλοι. Κοπρόσκυλα. Τσογλάνια. Και οι αριστεροί και οι δεξιοί. Που με καλούν να τους ψηφίσω. Τα τρία μου θα πάρουν.
Το ιερό δικαίωμα της ψήφου ας το εξασκήσουν όσοι πιστεύουν ότι η ψήφος είναι πιο ιερή από την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια. Εγώ δεν την έχω για πιο ιερή. Κι επειδή κανείς τους δεν την υπερασπίστηκε όπως έπρεπε, να πάνε να πηδηχτούν όλοι μαζί παρέα.
Παπάρια αγώνα έδωσαν μέσα στη Βουλή τα κόμματα της Αριστεράς. Όλα πέρασαν. Και τα μνημόνια και τα μέτρα και οι συμβάσεις και τα μεσοπρόθεσμα. Κι ούτε κατάφεραν τα δύο κόμματα της Αριστεράς να πουν μια καλημέρα μεταξύ τους.
Τριάντα βουλευτές έχουν σήμερα. Και τι έγινε άμα γίνουν 50 ή 60; Οι άλλοι 240 θα συνεχίσουν να ψηφίζουν μέτρα. Τι μέτρα; Αυτά που περνάνε κρυφά τις νύχτες ανεβάζοντας τη συμμετοχή των καρδιοπαθών στα φάρμακα, από το 10% στο 25%.
Πολλοί Ιατρικοί Σύλλογοι ήδη ουρλιάζουν ότι μικροσυνταξιούχοι, άνεργοι, απολυμένοι καρδιοπαθείς υποθεραπεύονται με κίνδυνο της ζωής τους, επειδή αποφασίζουν μόνοι τους να μειώσουν τις δόσεις των φαρμάκων τους για να κάνουν οικονομία.
Κόβουν το χάπι στη μέση, για να φτάσει το κουτί για διπλάσιες μέρες. Αυτές είναι οι σαλονάτες μάχες της Βουλής. Λόγια, λόγια, λόγια κι όλα περνάνε. Σαν οδοστρωτήρας. Νεκροί που δεν καταγράφονται πουθενά.
Και σου λέει «παρακαλείστε να διαμαρτύρεστε ησύχως». Όχι ρε μπαγλαμά. Δεν έχει ησύχως, γιατί εσύ τσεπώνεις και 3 και 13 και 30 χιλιάρικα από το γαμωβουλευτιλίκι σου κι ο άλλος πουλάει το νεφρό του για να σώσει τη γυναίκα του.
Γιατί να σε ψηφίσω μωρή γλάστρα; Για να κάνεις το άλλοθι στη δημοκρατία τους; Όλοι αθώοι. Παραγράφονται τα αδικήματα με μια μονοκονδυλιά. Κι ο άλλος χάνει τη γυναίκα του. Βρε άντε στο διάολο που θα συνδιαλλαγώ μαζί σας. Στον κώλο σας να τη βάλετε την κάλπη και τ’ αποτελέσματά της. Μπινέδες.
Και ναι ρε, βρίζω την Αριστερά γιατί από την Αριστερά περίμενα να μπει μπροστά και να βγει στους δρόμους. Ούτε από τα δεξιά φασισταριά, ούτε από τα πράσινα λαμόγια περίμενα τίποτα. Δε με απογοήτευσαν αυτοί. Απέναντί μου ήταν. Ε, τώρα πήγα απέναντι και στις κοκότες του πολιτικού πολιτισμού. Ριζοσπαστική Αριστερά και αρχίδια. Άντε ρε ρόμπες. Και τρόμπες.
Κατηγορίες:οργή

Ένα γράμμα για σένα.

Μαρτίου 12, 2012 4 Σχόλια

  Καμιά ώρα τώρα, κάθομαι μπρος την άδεια σελίδα. Λευκή, ψυχρή, άψυχη, σχεδόν εχθρική μου φαίνεται. Θέλω να τη γεμίσω με κείνα τα μαύρα σημαδάκια που πηδάν το ένα δίπλα στ’ άλλο και σχηματίζουν λέξεις, φράσεις, νοήματα, δίνοντας ζωή σε τούτο τ’ άσπρο και νεκρό κενό μπροστά μου. Πολλές φορές ξεκίνησα να γράφω απόψε, πολλές φορές σταμάτησα. Δεν βρίσκω τον τρόπο, το κλειδί που θα μ’ ανοίξει την πόρτα της έκφρασης.
  Πως άλλωστε να μπορέσουν λίγα γράμματα, όσο περίτεχνα και να τα ταιριάξω, να μεταφέρουν τη μαυρίλα τη ψυχής μου; Κι αν ακόμα μπορέσουν, πώς να τολμήσω να τ’ αντικρίσω εκεί αραδιασμένα, γυμνά, σε κοινή θέα; Φοβάμαι.
  Φοβάμαι μην και είναι μεταδοτική ετούτη η μαυρίλα, το πλάκωμα της ψυχής, και πάρω κι άλλους στο λαιμό μου. Φοβάμαι μην και τα διαβάσω εγώ ο ίδιος και αναγκαστώ να τα παραδεχτώ. Φοβάμαι μην τα δουν και τα παιδιά μου, και τι χειρότερο, να νοιώσουν πως τα πρόδωσα.
  Σήμερα είπαν, αυτοκτόνησε ακόμα ένας απογοητευμένος συμπολίτης μας. Είπαν ακόμα πως κι άλλα μέτρα λιτότητας και φτωχοποίησης ακολουθούν. Μίλησαν και για χιλιάδες νέους άνεργους, φαλιρισμένα μικρομάγαζα, οικογένειες χωρίς στέγη και τροφή. Έθιξαν ακόμα και το θέμα του κουρέματος των χρεών των κομμάτων, και την κούρσα διαδοχής στο ΠΑΣΟΚ που τρέχει ο Βενιζέλος μόνος του. Α, παραλίγο να ξεχάσω, μας είπαν και να μην γκρινιάζουμε  γιατί αλλιώς δεν έρχονται οι τουρίστες. Κα κάτι για εκλογές λέγανε αλλά δεν άκουσα.
  Το πρωί έδωσα το τελευταίο μου ευρώ στο μικρό μου γιό για το εισιτήριο του λεωφορείου.  Η κόρη μου, θα πάει με τα πόδια μου είπε. Έφυγε νωρίς, για να προλάβει. Μάλλον δεν ήθελε να με πληγώσει, είναι μεγάλη τώρα, δεκαοκτώ, καταλαβαίνει. Ελπίζω σήμερα να βγει το μεροκάματο, αλλιώς θα φάμε πάλι ξερό ψωμί, ευτυχώς, έχουμε λάδι και κάτι περσινές ελιές. Φέρνει κι ένας φίλος κάτι αυγά απ’ το χωριό κάθε τόσο.
  Το μεσημέρι μου τηλεφώνησε ο μεγάλος, φαντάρος σε νησί. Δεν πειράζει λέει που δεν έχει φράγκο τσακιστό, θα μείνει μέσα στην έξοδο, να του προσέχω τη μάνα του και να μην στεναχωριέμαι. Καλό παιδί, μετρημένο. Με ρώτησε επίσης αν μαθαίνω νέα απ’ την Αθήνα, από το «κίνημα». Θα γίνει κάτι επιτέλους, θα σηκωθεί ο κόσμος όρθιος, θα παλέψουμε; Τι να του πω, υπομονή και κουράγιο. Δεν έχω να του πω τίποτα άλλο.
  Έχω και τους γέρους, με μια σύνταξη της μάνας μου, ογδοντάρηδες και οι δύο τώρα, τι να σου κάνουν. Ο γέρος μου, παλιός κομμουνιστής, κυνηγημένος όλη του τη ζωή, φυλακή στη χούντα, από μεροκάματο σε μεροκάματο, μην φανταστείς, οικοδομή και τέτοια. Αρνήθηκε σύνταξη αντιστασιακού, τώρα κοιτάζει το μέλλον για τα εγγόνια του όλο φόβο και αγωνία. Ακόμα και τώρα δεν μπορεί να πιστέψει πόσο πίσω γυρίσαμε. Τι γίνανε οι αγώνες;
  Τι να κάνω; Πώς να σταθώ; Που;
  Οι φίλοι, λίγοι και σε χειρότερη θέση. Οι συγγενείς αλλού, δεν έχω σχέση. Ποιος θα με στηρίξει τώρα; Ποιος θα σταθεί στο πλάι μου; Νιώθω τελείως άχρηστος, ανίκανος να δράσω, να παλέψω. Μα το χειρότερο, είναι πως νιώθω μόνος. Βασανιστικά και απάνθρωπα μόνος. Μην παρεξηγηθώ, και η γυναίκα μου δίπλα μου είναι και τα παιδιά, μα δεν αρκεί.
  Τούτο το κενό στη ψυχή μου δεν γεμίζει με έρωτα, μήτε μ’ αγάπη. Δεν φτάνει η οικογένεια, ούτε οι λίγοι φίλοι για να νικήσω τη μαυρίλα. Κι αυτό είναι το κόλπο τους, αυτό ζητάνε. Να ‘μαστε μόνοι, ο καθένας μας κλεισμένος στο καβούκι του, να περιμένει καρτερικά ένα ψίχουλο, με μια ελπίδα φρούδα.
  Σκέφτομαι όλο και πιο συχνά τελευταία, να βγω έξω μ’ ένα παλούκι, ένα μαχαίρι, κάτι τέλος πάντων, και ν’ αρχίσω το καθάρισμα. Θα προλάβω κάμποσους μέχρι να με τελειώσουν. Μα έτσι τίποτα δεν άλλαξε κι ούτε θ’ αλλάξει.
  Το ξέρω πλέον, το έμαθα σκληρά κι επίπονα.  Και το φωνάζω, και το γράφω και το τραγουδώ στα μοιρολόγια μου. Τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δεν αλλάζει. Ως πότε θα φοβάμαι;
  Μα η απάντηση κρέμεται απ’ τα χείλη σου. Ναι, τα δικά σου Εσύ που με διαβάζεις. Εσύ ξέρεις! Το νιώθεις κάθε πρωί που δίνεις ένα ευρώ στο παιδί σου για το λεωφορείο, το νιώθεις κάθε φορά που αρκείσαι στο ξερό ψωμί, κάθε στιγμή που αντικρίζεις τον απογοητευμένο σου πατέρα, μάνα, αδελφό. Το ‘χεις από καιρό τώρα καταλάβει, αλλά και συ, όπως κι εγώ, φοβάσαι, τρέμεις για το αύριο. Όχι εκείνο που ονειρεύεσαι αλλά εκείνο που σου ετοιμάζουν, εκείνο που είναι κάθε μέρα και χειρότερο από το σήμερα.
  Την έχεις την απάντηση, μα δεν την μολογάς. Πώς άλλωστε να τολμήσεις να την  αντικρίσεις εκεί αραδιασμένη, γυμνή, σε κοινή θέα; Φοβάσαι.
  Σαν έρθει η ώρα όμως, θυμήσου, να την φωνάξεις δυνατά. Μην τρέμει η φωνή σου, μην ψιθυρίσεις.   Πολλοί είναι αυτοί που περιμένουν. Πολλοί που θέλουν οι ίδιοι να την πουν αλλά σαν και σένα, σαν και μένα, δεν τολμούν, και περιμένουν, κάποιος να βγει να τη φωνάξει. Κάποιος να κάνει την αρχή. Ας είσαι εσύ, ας είμαι εγώ, ας είμαστε μαζί.
  Γιατί αν ενώσουμε τους φόβους μας θα βγάλουμε την πιο δυνατή φωνή. Φωνή ικανή να διώξει όλων το φόβο, και κάθε ενός η φωνή που θα ενώνεται με τη δική μας, θα καθαρίζει όλο και πιο βαθιά την μαυρίλα από τις ψυχές μας.
  Και απ’ τις ζωές μας.
Κατηγορίες:Μοναξιά, Φόβος

συνέλευση αναρχικών για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση : για τα γεγονότα της 12ης Φλεβάρη

Μαρτίου 2, 2012 Σχολιάστε

ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΤΗΣ 12ΗΣ ΦΛΕΒΑΡΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΔΙΑΡΚΕΙΣ-ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ-ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΜΕΝΟΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
                                         
                                                ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ 12ΗΣ ΦΛΕΒΑΡΗ

Το προηγούμενο διάστημα της ψήφισης της δανειακής σύμβασης έλαβε χώρα από τα καθεστωτικά ΜΜΕ μια απίστευτης έντασης πλύση εγκεφάλου προκειμένου να πειστεί ο κόσμος να σκύψει το κεφάλι στις επιλογές των ντόπιων και ξένων αφεντικών και να αποδεχθεί τις νέες συνθήκες εξαθλίωσης που του επιβάλουν. Η κορύφωσή της προπαγάνδας αυτής έγινε με τις ομιλίες στη βουλή του πρωθυπουργού Παπαδήμου και των πολιτικών αρχηγών που στηρίζουν την κυβέρνηση των τραπεζιτών και των καναλαρχών. Το κύριο στοιχείο της επιχειρηματολογίας τους εστιάστηκε στο «τι θα πάθουμε αν δεν ψηφιστεί η δανειακή σύμβαση και χρεοκοπήσει η χώρα». Όλη αυτή όμως η κινδυνολογία δεν ήταν αρκετή για να κρατήσει τον κόσμο μακριά απ’ τους δρόμους.
Την Κυριακή 12 Φλεβάρη εκατοντάδες χιλιάδες κατέβηκαν στο κέντρο της πρωτεύουσας αψηφώντας έμπρακτα το ψευτοδίλλημα της κυριαρχίας «συναίνεση ή χρεοκοπία», την ίδια ώρα που οι αυτόκλητοι «σωτήρες», για πολλοστή φορά ετοιμάζονταν «να μας σώσουν». Η συγκέντρωση της Κυριακής ήρθε σε ευθεία αντιπαράθεση με τις κυρίαρχες πολιτικές του Κράτους και του Κεφαλαίου, οι οποίες, μέσα στα πλαίσια της υφιστάμενης συνολικής δομικής κρίσης του συστήματος οδηγούν στην εξαθλίωση τους εργαζόμενους αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων.
Η στάση των κατασταλτικών μηχανισμών ήταν εξαρχής καταφανώς επιθετική απέναντι στους συγκεντρωμένους διαδηλωτές στην πλατεία Συντάγματος. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ξεσπάσουν συγκρούσεις έξω από το κοινοβούλιο λίγο πριν την προγραμματισμένη ώρα έναρξης της συγκέντρωσης, ενώ κόσμος κατευθυνόταν ακόμα προς το σημείο. Το επιχειρησιακό σχέδιο της αστυνομίας φάνηκε από την πρώτη στιγμή. Καταρχήν αποσκοπούσε στην άμεση εκκένωση της πλατείας Συντάγματος προκειμένου σε καμία περίπτωση να μην διαταραχθεί σοβαρά η διεξαγωγή της ψηφοφορίας στη βουλή και εν συνεχεία στον κατατεμαχισμό και τη διάλυση της συγκέντρωσης. Η περιοχή του Συντάγματος βομβαρδίστηκε από τόνους χημικών. Εκεί έλαβαν χώρα σκληρές μάχες μέσα σε μια ομίχλη από καπνούς και δακρυγόνα. Οργισμένοι διαδηλωτές έκαναν αλλεπάλληλες αντεπιθέσεις στους πραιτοριανούς υπερασπιστές του κοινοβουλίου. Ο κόσμος στην προσπάθειά του να παραμείνει στο δρόμο αντιμετώπιζε αποφασιστικά και με δυναμισμό για πολλές ώρες τις επιθέσεις των δυνάμεων καταστολής, καταργώντας στην πράξη το μονοπώλιο της βίας από πλευράς του κράτους. Στη συνέχεια οι συγκρούσεις που επεκτάθηκαν στους δρόμους πέριξ του συντάγματος και από εκεί στο ευρύτερο κέντρο της πόλης μαίνονταν έως αργά το βράδυ.
Σε όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης ποικίλοι κρατικοί και καπιταλιστικοί στόχοι έγιναν αντικείμενο της οργής των διαδηλωτών. Οι καταστροφές στα σύμβολα της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης, τράπεζες, διοικητικά κτίρια, μαγαζιά τοκογλύφων, παραρτήματα πολυεθνικών εταιριών, στοχοποιούσαν με άμεσο τρόπο μερικούς από τους πραγματικούς υπεύθυνους της επίθεσης ενάντια στο σύνολο της κοινωνίας. Η επιμονή του κόσμου να παραμείνει στο δρόμο, όσο το δυνατόν περισσότερο, ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της συγκρουσιακής διαδικασίας. Χιλιάδες καταπιεσμένοι στάθηκαν πλάι-πλάι απέναντι στις κατασταλτικές δυνάμεις δίνοντας μια οργισμένη απάντηση στην καθημερινή και διάχυτη βία που ασκείται από την κυριαρχία. Η σθεναρή παραμονή στο σύνταγμα και οι αλλεπάλληλες προσπάθειες επαναπροσέγγισης του, έδιναν συνεκτική κατεύθυνση και διάρκεια στα όσα διαδραματίζονταν.
Ένα σημείο που έχει σημασία να αναφερθεί είναι ότι όλο αυτό το πλήθος που κατέβηκε στους δρόμους την Κυριακή αντιπαρατιθέμενο με τις κυρίαρχες αυτή τη στιγμή πολιτικές του κράτους και του κεφαλαίου δεν αποτελεί ένα ομοιογενές όλο. Αντιλήψεις ανταγωνιστικές ή και πλήρως εχθρικές μεταξύ τους συνυπήρξαν μέσα σε αυτή τη συνθήκη. Ανάμεσα στο πλήθος υπήρχαν δυνάμεις που κατέβηκαν στο δρόμο με βάση μια «αντι-μνημονιακή» λογική, χωρίς να αντιτάσσουν μια συνολική κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι επιρρίπτεται η ευθύνη στους συγκεκριμένους πολιτικούς ή στα πολιτικά κόμματα που αυτή τη στιγμή ανήκουν στο λεγόμενο «μνημονιακό μπλοκ εξουσίας» και όχι στο σύνολο των κρατικών και καπιταλιστικών θεσμών. Επιπρόσθετα υπήρχε και μια άλλη αντίληψη, σε οργανωμένα και μη τμήματα του κόσμου, που βρέθηκαν στους δρόμους την Κυριακή, που εμφανίζεται να αντιπαρατίθεται στις επιλογές του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας, προτάσσοντας τον πατριωτισμό και την ανασυγκρότηση του Έθνους Κράτους.
Παρά την ευρεία οικειοποίηση και αποδοχή μορφών κοινωνικής αντιβίας από μεγάλα κομμάτια των αντιστεκόμενων, ήταν ταυτόχρονα έκδηλη η ανετοιμότητα απέναντι στις δυνάμεις καταστολής. Τα όρια του αυθορμητισμού έγιναν πλέον φανερά και η αναγκαιότητα ύπαρξης οργανωτικών δομών και ανατρεπτικού προτάγματος πιο επιτακτική από ποτέ. Σ’ αυτό το σημείο ξανασυναντήσαμε κάποια όρια τα οποία είχαν διαφανεί κιόλας από την εξέγερση του 2008. Η αδυναμία επέκτασης της εξέγερσης στα πεδία της καθημερινής ζωής, στις γειτονιές, στην εκπαίδευση, στους χώρους δουλειάς, εκεί που αναπαράγεται σε υλικό επίπεδο η σχέση κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας και κάθε εξουσιαστική σχέση, φαίνεται ότι αποτελεί ένα στοιχείο που μπλοκάρει την ίδια την εξεγερσιακή διεργασία.
Ωστόσο, ο όγκος της συγκέντρωσης και το εύρος της κοινωνικής αντιβίας έκανε τον αστικό κόσμο να χάσει την ψυχραιμία του. Η αμηχανία που τον κυρίευσε ήταν πρόδηλη και εκφράστηκε με καταγγελίες, στοχοποιήσεις, απειλές. Το κράτος την ίδια ώρα που εξαπέλυε τις κατασταλτικές του δυνάμεις στους δρόμους της πόλης, απέκρυπτε δια στόματος των ΜΜΕ την μαζικότητα της συγκέντρωσης, την δολοφονική δράση της αστυνομίας απέναντι στους συγκεντρωμένους, την τεράστια έκταση των συγκρούσεων. Για μια ακόμα φορά, παρατηρούμε την κυριαρχία να αποδίδει όψεις του δικού της κόσμου στον κόσμο των εξεγερμένων. Οι ίδιοι που συνωμοτούν για την υπεράσπιση και τη διαιώνιση του παρόντος εκμεταλλευτικού συστήματος χαρακτηρίζουν τους διαδηλωτές ως μαφιόζους, οι ίδιοι που μέσα στη Βουλή θεσμοθετούν την λεηλασία των κοινωνικά αδύναμων και καταστρέφουν καθημερινά τις ζωές τους, κάνουν λόγο για πλιατσικολόγους και καταστροφείς, οι ίδιοι που μέσα από τις πολιτικές τους έχουν οδηγήσει εκατοντάδες χιλιάδες στην ανεργία, χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για χαμένες θέσεις εργασίας. Για αρκετή ώρα τηλεοπτικός σταθμός ανέφερε ότι καίγεται το ιστορικό κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, γεγονός που ουδέποτε συνέβη. Προφανής σκοπός όλης αυτής της προπαγάνδας είναι να απονοηματοδοτήσει τα εξεγερσιακά γεγονότα της Κυριακής και να απομονώσει τους αντιστεκόμενους. Θεωρούμε την κινηματική συγκρότηση ως ανάχωμα σε ενδεχόμενες προβοκατόρικες ενέργειες που είναι πιθανό να συμβούν στο μέλλον αλλά και στη συνομωσιολογία του καθεστώτος.
Η απειλή μιας γενικευμένης εξεγερσιακής κατάστασης και ενός επικείμενου ξεπεράσματος ρεφορμιστικών πρακτικών και λογικών αγώνα από την ίδια την πραγματικότητα, αφύπνισε τα καθεστωτικά αντανακλαστικά της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (εκτός από λίγες εξαιρέσεις), που μέσα στην προεκλογική της ανασφάλεια και την μόνιμη υποτέλειά της, έσπευσε να ταυτιστεί πλήρως με τη γραμμή της αστικής προπαγάνδας και να κατασυκοφαντήσει τους εξεγερμένους ως βάνδαλους, προβοκάτορες, αλήτες, εχθρούς της κοινωνίας. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι πρόκειται πλέον για μια μόνιμη τακτική της αριστεράς που σηματοδοτεί την προσπάθεια χειραγώγησης των κοινωνικών αγώνων μέσα από την ψευδή διάκριση ανάμεσα σε «ειρηνικούς» και «βίαιους» διαδηλωτές, διάκριση που συνιστά προσπάθεια ηθικής απονομιμοποίησης της κοινωνικής αντιβίας ως μέσο ανατροπής της καταπίεσης.
Ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που διαδήλωσαν στις 12 Φλεβάρη και αντιμετώπισαν την άγρια επίθεση της αστυνομίας για αρκετές ώρες αιχμαλωτίστηκαν πολλές δεκάδες. Τέσσερις απ’ αυτούς επιλέχτηκαν με κριτήριο κατά κύριο λόγο τα φρονήματά τους και τη συμμετοχή τους στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες και προφυλακίστηκαν χωρίς στοιχεία, κατηγορούμενοι για κακουργηματικές πράξεις. Μάλιστα, η αστυνομία αυτή τη φορά δημοσίευσε στην επίσημη ιστοσελίδα της φωτογραφίες των προφυλακισμένων και άλλων διαδηλωτών αποσκοπώντας στην στοχοποίησή τους και στην πριμοδότηση της καταδοτικότητας. Ο ολοένα αυξανόμενος αυταρχισμός του αστικού καθεστώτος, είναι ένδειξη της αδυναμίας του να πείσει και να νομιμοποιήσει στη συνείδηση της κοινωνίας τις κυρίαρχες επιλογές του. Ματαιοπονούν, όμως, αν νομίζουν ότι με τέτοιες φασιστικές πρακτικές θα αναχαιτίσουν την κοινωνική οργή.
Η κρίση του καπιταλισμού και η συνακόλουθη εξαθλίωση των εργαζομένων και γενικότερα των κατώτερων στρωμάτων του πληθυσμού δεν οδηγεί αναγκαία και αναπόφευκτα στη συνειδητότητα και την εξέγερση ενάντια στις πραγματικές συνθήκες της εκμετάλλευσης. Διάφορες δυνάμεις και πολιτικοί χώροι επιδιώκουν να χειραγωγήσουν την οργή του κόσμου. Από τη σοσιαλδημοκρατία ως τη λαϊκή-πατριωτική δεξιά και τους φασίστες. Χωρίς οργανωμένες κοινωνικές και ταξικές αντιστάσεις θα οδηγηθούμε σε έναν «γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίων όλων» και σε ένα «κοινωνικό κανιβαλισμό» που θα κλιμακώνεται διαρκώς δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια περαιτέρω αυταρχικοποίηση της κρατικής εξουσίας και τη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.
Για τη συνέχεια του αγώνα ενάντια στην ολομέτωπη επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου είναι αποφασιστικής σημασίας η περαιτέρω ανάπτυξη των εγχειρημάτων πολιτικής, κοινωνικής και ταξικής αυτοοργάνωσης, στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα πανεπιστήμια και ΤΕΙ, στα σχολεία, στις φυλακές, στις ουρές των ανέργων και στα πεζοδρόμια των αστέγων. Ειδικότερα, εκτιμούμε ότι η οργάνωτική απόσπαση από τον κομματικό συνδικαλισμό, μέσα από σωματεία βάσης και γενικότερα αδιαμεσολάβητες οργανωτικές πρωτοβουλίες, είναι πλέον αναγκαία προϋπόθεση για να μπορούν οι εργαζόμενοι, σε βάθος χρόνου, να καλούν και να στηρίζουν δυναμικές απεργίες και οποιεσδήποτε άλλες εργατικές κινητοποιήσεις.
Σε πολιτικό επίπεδο είναι αναγκαία η διατύπωση μιας επαναστατικής πρότασης, ανταγωνιστικής στην επερχόμενη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βαρβαρότητα. Η μόνη ρεαλιστική διέξοδος στην κατεύθυνση της ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης είναι μια κοινωνική επανάσταση που θα τσακίσει το γραφειοκρατικό μηχανισμό του αστικού κράτους και τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις (ατομική ιδιοκτησία, εμπόρευμα, χρήμα κλπ).Μόνο από μια τέτοια επανάσταση μπορεί να προκύψει η ανασυγκρότηση της κοινωνίας στη βάση της αλληλεγγύης της ισότητας και της ελευθερίας. Διαμέσου μιας συνομοσπονδιακής οργάνωσης κομμούνων, χωρίς καμιά μορφή εξουσίας και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΤΗΣ 12ΗΣ ΦΛΕΒΑΡΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ
ΔΙΑΡΚΕΙΣ-ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ-ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΜΕΝΟΙ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

Αναδημοσίευση από το     athensindymedia :

Κατηγορίες:Uncategorized

Προσαρμογή στην εξαθλίωση;

Μαρτίου 1, 2012 Σχολιάστε

Όσο περνούν οι μήνες, τόσο η κρίση μεταλλάσσεται στο συλλογικό μας φαντασιακό. Αρχικά, ήταν μια έκπληξη για την νανουρισμένη με καταναλωτικούς μύθους, ελληνική κοινωνία. Έπειτα, αποτέλεσε ανησυχία, καθώς άρχισε να πλήττει όλο και μεγαλύτερο τμήμα των πολιτών, που αντιλήφθηκε μια καλπάζουσα μείωση του βιοτικού του επιπέδου. Στη συνέχεια, η κρίση έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο, που είναι αυτό της εξαθλίωσης και του θρυμματισμού της κοινωνικής συνοχής. Με τον ψυχολογικό καταναγκασμό να προωθείται συνεχώς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, που πιστά στο Νεοφιλελεύθερο δόγμα ρίχνουν τις ευθύνες σε έναν ολόκληρο «τεμπέλη λαό που είχε καλομάθει να ζει με δανεικά και τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσει» (επιχειρήματα που χρησιμοποιούν διάφοροι διάσημοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί) ολόκληρη η χώρα μοιάζει μ’ ένα εργαστήρι κοινωνικών πειραμάτων. Και, όσο περνάει ο καιρός, η πλειοψηφία των συνανθρώπων μας, αντί να αφυπνίζεται, αντί ν’ αμφισβητεί τις καπιταλιστικές αξίες που μετέτρεψαν ολόκληρο τον πλανήτη σε οικονομικό καζίνο, αναζητώντας νέους δρόμους, αρχίζει να προσαρμόζεται, αρχίζει να το συνηθίζει, ενδοβάλλοντας το αίσθημα της αποτυχίας και αποδεχόμενη την κατάσταση ως αναπόφευκτη ή μη αναστρέψιμη (και ανατρέψιμη).
Το παλιό ρητό «όλα μια συνήθεια είναι», τείνει να γίνει μια καθολική παραδοχή σε μια κοινωνία που όταν κοιμάται ονειρεύεται πως αντιδρά και όταν είναι σε «εγρήγορση» είναι παραδομένη άνευ όρων στην μοιρολατρία. Ίσως μια εξήγηση της νοσηρής αυτής εικόνας να είναι ότι τα από πολύ καιρό εν υπνώσει κοινωνικά αντανακλαστικά των περισσότερων δεν κατάφεραν να επανενεργοποιηθούν ταυτόχρονα. Η φτώχεια, ο ολοκληρωτισμός, η στέρηση κάθε ελπίδας, επιβάλλονται σιγά – σιγά, σταδιακά, στα κοινωνικά στρώματα και στις κοινωνικές ομάδες. Ο καθένας ατομικά, όντας μαθημένος εντελώς διαφορετικά, τρέφει μια κρυφή, ανομολόγητη, σχεδόν μεταφυσική ελπίδα πως προσωπικά «τελικά θα την γλιτώσει», πως θα ξυπνήσει από τον εφιάλτη. Άλλοι πάλι, ψάχνοντας για απαντήσεις στα τεράστια αυτά προβλήματα, υιοθετούν εύπεπτα σενάρια που μοιάζουν με ταινία επιστημονικής φαντασίας, πως πίσω απ’ όλα κρύβεται μια κλίκα ανθρώπων, μια υπερεθνική ελίτ που στόχο έχει να διαλύσει τους λαούς και την εθνική τους ταυτότητα ώστε να μπορεί να τους ελέγξει. Έτσι, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, το δράμα των ανέκαθεν εξαθλιωμένων, μεταμορφώνεται σε συλλογικό, καταλαμβάνοντας σχεδόν ολόκληρη την αδικαιολόγητα απροετοίμαστη κοινωνία μας που αποδείχτηκε ανίκανη να δημιουργήσει νέες δομές/αντιδομές και να εξελιχθεί διαφορετικά, ερχόμενη σε ρήξη με τις ήδη δοτές νόρμες. Μια κοινωνία που δείχνει να πιστεύει πως η ενασχόληση με τα κοινά θα ήταν χαμένος χρόνος, πως θα πρέπει να συμφιλιωθούμε με αυτά που το σύστημα μας προτείνει ή να κρεμάσουμε μια χούφτα ανθρώπους στις πλατείες προκειμένου να λυθούν όλα μας τα προβλήματά μας. Ή που ελπίζει (αν δεν εύχεται) ότι ο καπιταλισμός θα ξαναβρεί το «ανθρώπινο» πρόσωπό του, είτε (στη χειρότερη των περιπτώσεων) ότι η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια χώρα όπως το Ιράν (το πρότυπο των ακροδεξιών), η Βόρεια Κορέα ή η ΕΣΣΔ του Στάλιν (το πρότυπο των αριστερών). Πάνω απ’ όλα, αντικρίζουμε μια δυστοπική κοινωνία που είχε πιστέψει μέχρι τα μύχια της ύπαρξής της ότι το να επιδιώκει τη γνώση, την πολιτικοποίηση, την συνειδητοποίηση είναι μια ουτοπία (ατομική, επαγγελματική, κοινωνική).
Η σημερινή εξόφθαλμη πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, σε όλη της την διάσταση ούτε με τα μάτια ορθάνοιχτα. Τουλάχιστον από τους περισσότερους: Καθημερινά, ο πληθυσμός των ανθρώπων που είτε ήδη ζει στους δρόμους, είτε πλησιάζει σε αυτό το σημείο, αυξάνεται. Ο αριθμός των οικογενειών που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα σίτισης, επίσης. Αντί, όμως, σαν κοινωνία, να αναρωτηθούμε για το αυτονόητο, δηλαδή σχετικά με την ίδια τη φύση του κέρδους και της ιδιοκτησίας (και τους θεσμούς που την προστατεύουν ανάγοντάς την στην υπέρτατη αξία), αντί να μας απασχολεί το πώς θα βρεθεί τρόπος να εξασφαλιστούν τα βασικά για όλους και πώς θα εξαλειφθούν οι αιτίες των ανισοτήτων, από την μια αναλωνόμαστε σε μια υποκριτική φιλανθρωπία – που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματική κοινωνική αλληλεγγύη – που συνήθως διοργανώνεται από φορείς όπως η «φιλάνθρωπη» Εκκλησία Α.Ε, από διάφορες αγνώστου προέλευσης οργανώσεις που ξεφυτρώνουν κατά δεκάδες (πολλές εκ των οποίων ανήκουν σε πολιτικούς γνωστών κομμάτων), ή από άλλες «ανθρωπιστικές εταιρείες» (τις αγαπημένες μας εταιρείες που λένε και οι διαφημίσεις…), όπως τηλεοπτικοί σταθμοί (που στηρίζουν φανατικά τα μέτρα εξαθλίωσης) ή οι γνωστές αλυσίδες των σούπερμάρκετ (που παρεμπιπτόντως, αν και διατυμπανίζουν πως κρατούν τις τιμές τους στα επίπεδα π.χ. του 2008, αποφεύγουν να εξηγήσουν γιατί οι τιμές τους είναι υψηλότερες στην Ελλάδα απ’ ότι στο εξωτερικό, ακόμα και όταν πρόκειται για ελληνικά προϊόντα).
Από την άλλη, έχοντας χάσει την ψυχραιμία μας και νιώθοντας αδύναμοι να τα βάλουμε με τον γίγαντα του καπιταλισμού (τόσο αξιακά όσο και στο πρακτικό επίπεδο), δημιουργούμε αόρατους εχθρούς, είτε αρκούμαστε στο να ρίξουμε το μπαλάκι των ευθυνών σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, μειονότητες, άνεργους). Τελικά, όπως όλα δείχνουν, δεν έγινε μόνο η εξαθλίωση συνήθειά μας, αλλά και η κάθε μας συνήθεια (διανοητική και πρακτική) κυριαρχείται από μια άνευ προηγουμένου μορφή εξαθλίωσης, που γιγαντώνει ακόμα περισσότερο τα κοινωνικά αδιέξοδα.
Η αλληλεγγύη στους συμπολίτες μας είναι φυσικά αναγκαία. Αλληλεγγύη, όμως, που δεν σημαίνει «ας δώσουμε ένα ξεροκόμματο στον καημένο το φτωχό», αλλά έμπρακτη αλληλεγγύη για κοινή συνδιαμόρφωση μιας κοινωνίας στην οποία δεν υπάρχουν άστεγοι, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι. Στην απελπισία αυτών των ανθρώπων, στήνεται σιγά σιγά η ηθική νομιμοποίηση της ανέχειας, η θέαση των αστέγων, των ανέργων, των αναξιοπαθούντων ως κάτι φυσιολογικό. Με τη δημιουργία κέντρων αστέγων, με τα συσσίτια της ελεημοσύνης, οι φτωχοί, ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν οι εξεγερμένοι, στη δική μας πραγματικότητα θα είναι οι ελεήμονες. Οι εν δυνάμει αλληλέγγυοι θα μεταμορφώνονται σε δικλείδα ασφαλείας, απορροφώντας κάποιους κραδασμούς που θα διατάρασσαν την σταθερότητα του συστήματος, και, οι τελευταίοι έχοντες, θα ζουν με την ψευδαίσθηση (ή θα παριστάνουν) ότι έκαναν το χρέος τους, ως σύγχρονοι πεφωτισμένοι δουλοκτήτες που «είναι πλήρεις συναισθημάτων για τον δικό τους Μπαρπα-Θωμά»…
Μέσα από το διαστρεβλωτικό πρίσμα των ΜΜΕ, αντικρίζουμε τον κόσμο ως στατικό, την υπάρχουσα κατάσταση ως τη μόνη δυνατή, τον αγώνα μας για επιβίωση υπό αυτές τις συνθήκες ως τη μόνη λύση. Είναι όμως έτσι; Είναι τα μόνα δυνατά προτάγματα τα «αντιμνημονιακά»; Θεωρούμε το συλλογικό μας εαυτό, ανίκανο να εξελίξει τον εαυτό του και ό,τι τον περιβάλλει, αλλά μόνο ικανό να επαναδιεκδικήσει (και αυτό ανεπιτυχώς) όσα «κεκτημένα» είχε κερδίσει στο παρελθόν; Θα γίνει ρόδινος ο κόσμος αν απλά «φύγει η τρόικα»; Ή από την άλλη θα επαναστατήσουμε αν απλά «την πέσουμε στους μπάτσους»;
Αν ισχύει ότι: α) αντιμνημονιακοί είναι και πολλοί εθνικιστές, καιροσκόποι, αποτυχημένοι πλην φιλόδοξοι πολιτικάντηδες κλπ. – που πάντως σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητούν τους γενεσιουργούς παράγοντες της σημερινής ζοφερής κατάστασης στον πυρήνα τους (π.χ. αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οικονομιστική αντίληψη κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας, ετερόνομοι – για να μην πούμε απλώς αποχαυνωτικοί… – θεσμοί όπως, εκκλησία, στρατός, αστυνομία κλπ.) και, ότι β) ως αγωνιστές και αντικομφορμιστές αυτοπροσδιορίζονται αρκετοί άνθρωποι που σε καμία περίπτωση δεν θέλουν να συνδυάσουν την «επαναστατική πρακτική» με ένα γνήσιο και μαζικά συνδιαμορφωθέν επαναστατικό όραμα, μάλλον ούτε «την Τρόικα θα καταφέρουμε να διώξουμε», ούτε «τους μπάτσους να δείρουμε» (όπως τους αξίζει είναι η αλήθεια)…, ούτε να σπάσουμε το φόβο θέτοντας τις βάσεις για μια αξιοπρεπή και εν δυνάμει, «μαγική ζωή». Θα είμαστε άξιοι της τύχης μας. Θα υποταχθούμε στην ιδέα ότι αν και εξαθλιωμένοι θα επιβιώσουμε – ενώ εξεγειρόμενοι θα τα χάσουμε όλα (όμως, αλήθεια, τι άλλο μας απέμεινε να χάσουμε πια;)
Συνδιαμόρφωση από Ian DeltaJulien FebvreEfor

Κατηγορίες:Uncategorized
Αρέσει σε %d bloggers: