Αρχείο

Posts Tagged ‘Φόβος’

Ένα διαχρονικό παραμύθι

Σεπτεμβρίου 25, 2017 Σχολιάστε

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μικρό χωριό, ζούσαν ευτυχισμένοι καμιά εξηνταριά άνθρωποι. Μπορεί να ήταν κι εξήντα πέντε. Αν και η κύρια ασχολία τους ήταν η κτηνοτροφία, δεν τους έλειπε τίποτα. Μπορεί να μην είχαν όλες τις ανέσεις που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις, μπορεί να μην είχαν θέατρα, κινηματογράφους, και ακριβά εστιατόρια αλλά μια χαρά περνούσαν.

Τα πανηγύρια, εκτός από το μεγάλο στην μνήμη του Άι Λιά στα τέλη του Ιούλη, του προστάτη του χωριού, συχνά στήνονταν στην πλατεία με την παραμικρή αφορμή. Μερικές φορές, πέρναγε και κάποιος περιοδεύων θίασος ή κάποιος καραγκιοζοπαίχτης, και τότε όλο το χωριό μαζεύονταν να διασκεδάσει. Μια φορά μάλιστα, είχε περάσει από το χωριό και ένας περιοδεύων κινηματογράφος. Μεγάλη εντύπωση άφησε αυτό το γεγονός στους χωριανούς, ακόμα το συζητάνε, χρόνια μετά.

Φυσικά, το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ήταν τα δυο καφενεία του χωριού. Παραδοσιακά, όμορφα καφενεία, με καλό καφέ, νόστιμα μεζεδάκια και δυνατό τσίπουρο. Δεν παραβλέπουμε βέβαια και τις δροσερές πορτοκαλάδες και τη βανίλια υποβρύχιο για τα παιδιά.

Αυτά τα δύο καφενεία που λέτε, ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, στην πλατεία του χωριού. Βόρεια το ένα, του Βασίλη του Χοντρού και νότια το άλλο, του Μήτσου, που είχε το συνήθειο να επιμένει να τον φωνάζουν Δημήτριο, αφού στα νιάτα του είχε περάσει ένα έτος στη νομική σχολή, στη μεγάλη πόλη. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο χωριό όταν αρρώστησε βαριά ο πατέρας του, και κάποιος έπρεπε να φροντίσει το καφενείο. Βλέπετε, από αυτό ζούσαν όλοι, κι αυτός και η μάνα του και οι δυο ανύπαντρες τότε αδερφές του. Γύρισε λοιπόν άρον άρον, αλλά το κουσούρι της νομικής έμεινε. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι Μήτσος ο Χασοδίκης.

Στην ανατολική πλευρά της πλατείας, στεκόταν η εκκλησιά του Άι Λιά. Το καμάρι του χωριού. Ο παππάς του χωριού, ένας γεράκος, έξω καρδιά, που σε όλους έλεγε πως θα πάνε στον παράδεισο, όλους τους αγαπούσε και κανέναν, μα κανένα δεν είχε επιπλήξει ποτέ αν καμιά φορά δεν εμφανιζόταν στην εκκλησία, ή αν του ξέφευγε καμιά βλαστήμια. Το παγκάρι του ήταν μονίμως άδειο, μιας και ότι έπεφτε μέσα, πήγαινε αμέσως στους πιο φτωχούς, σε κάποιο παιδί του χωριού που είχε κατέβει στη μεγάλη πόλη για σπουδές ή σε λογαριασμούς κάποιου νοσοκομείου όταν η ασθένεια ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων του γιατρού.

Ο γιατρός ήταν νέος, ξενομερίτης, τον έστειλε το Κράτος στο χωριό για τρία χρόνια, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Ακούραστος και ευγενικός, πάντα έτρεχε να βοηθήσει τους ανθρώπους του, αλλά πέρα από κανα κερασμένο τσίπουρο, κανα γλυκό του κουταλιού και κανα κυριακάτικο τραπέζωμα όσο ζούσε μόνος του, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει αμοιβή για τις υπηρεσίες του. “Μα με πληρώνει το Κράτος”, αναφωνούσε θιγμένος κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να τον πληρώσει. Μετά βέβαια, αγάπησε τη Μαριγώ, την κόρη του μπακάλη, και έτσι έχασε τα κυριακάτικα γεύματα, αλλά κέρδισε τον έρωτα τς ζωής του. Σύντομα έκανε και κουτσούβελα, έμεινε πια μόνιμος στο χωριό, και οι άνθρωποι έπαψαν να τον λεν ξενομερίτη. Τον πείραζαν όμως καμιά φορά, φωνάζοντας τον σώγαμπρο. Τότε γελούσε και τους έλεγε πως τα τρία από τα εφτά παιδιά που πήγαιναν σχολείο στο χωριό, ήταν δικά του, του σώγαμπρου.

Το σχολείο ήταν στην άκρη του χωριού, πέτρινο, δυο τάξεις και ένα γραφειάκι για το δάσκαλο. Η μια τάξη χρησίμευε ως αποθήκη μιας και τα παιδιά ήταν λίγα. Ο δάσκαλος, ο κύριος Ξενοφών, μιας κάποιας ηλικίας, εργένης, μετρημένος και πάντα καλοντυμένος ήταν καλοσυνάτος και υπομονετικός με τα παιδιά. Πέρα από τη σχολική ύλη, τα έπαιρνε συχνά στην εξοχή να τα διδάξει επί τόπου βοτανολογία, βιολογία, ζωολογία και άλλα. Τους μάθαινε για τα πετρώματα και τα απολιθώματα και την προϊστορία.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σ’ αυτές τις εξορμήσεις συναντούσαν τον αγροφύλακα να γυρνάει από χωράφι σε βοσκοτόπι και από μαντρί σε αγρόκτημα. Ο αγροφύλακας που έκανε χρέη και αστυνόμου, ο Δημήτρης του Νικολή, όπως τον ήξεραν στο χωριό, όχι μόνο δεν ασκούσε ουσιαστική εξουσία, αλλά έτρεχε πάντα να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη από ένα χεράκι στις δουλειές. Πότε τον έβρισκες στον έναν όταν έσφαζε γουρούνι, πότε στον άλλο όταν ήταν ο καιρός για το κούρεμα των προβάτων, άλλες πάλι φορές έκοβε ξύλα για κάποιες γιαγιάδες, που χήρες πλέον, ζούσαν μοναχές τους.

Ο παππάς, ο δάσκαλος και ο γιατρός ήταν αχώριστοι. Οι τρεις τους μαζεύονταν στο καφενείο για τσίπουρο και πρέφα σχεδόν κάθε απόβραδο. Αλλά φρόντιζαν να πηγαίνουν μια στο ένα και μια στο άλλο καφενείο, μιας και κανένας στο χωριό δεν είχε έχθρες με κάποιον άλλον. Καμιά φορά μαζί τους, έβλεπες και το αγροφύλακα. Αν δεν ήταν εκεί, τότε σίγουρα ήταν με μιαν άλλη αχώριστη τριάδα στο χωριό που την αποτελούσαν ο Πρόεδρος, ο μπακάλης και ο φαρμακοποιός.

Ο Πρόεδρος, Σωτήρης Μέτζουλας στο όνομα, ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Ένα γεγονός που εξασφάλιζε την μόνιμη εκλογή του ως προέδρου του χωριού. Κατά βάθος, ήσυχος και καλός άνθρωπος, πάσχιζε να βοηθήσει το χωριό με κονδύλια από τη Νομαρχία και την κεντρική κυβέρνηση, υποστήριζε σθεναρά τις υποθέσεις των συγχωριανών του, και το γραφείο της κοινότητας ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον τον χρειαζόταν. Το μόνο του κουσούρι ήταν το τσίπουρο, αλλά κι αυτό μόνο όταν έκλεινε η “υπηρεσία της κοινότητος” όπως επέμενε να ονομάζει το τραπεζάκι του καφενείου που χρησιμοποιούσε αντί για το γραφείο του.

Ο μπακάλης, ένας θεόρατος καλοσυνάτος γίγαντας που άκουγε στο όνομα Ηλίας, το επώνυμο Τσάμκας, ήταν ταυτόχρονα και φούρναρης του χωριού. Από κονσέρβα μέχρι σπίρτα, από ψωμί μέχρι λάδι, από σαπούνι μέχρι σοκολάτες, όλα τα είχε στο μαγαζί. Ένα διώροφο πίσω από την εκκλησιά, που κάτω ήταν μαγαζί και απάνω το σπίτι του. Πολλές φορές “ξεχνούσε” να γράψει τα βερεσέδια, πάντα είχε ένα γλειφιτζούρι για τα παιδιά και το μόνο του παράπονο ήταν που είχε μόνο μία κόρη, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, αλλά του πέρασε όταν απέκτησε εγγόνια, και μάλιστα από γαμπρό γιατρό.

Ίσως ο πιο βαρετός να ήταν ο φαρμακοποιός, αλλά μόνο γιατί δεν έπινε, δεν κάπνιζε και είχε μια ανεξήγητη μανία να πλένει συνέχεια τα χέρια του, ως και εκατό φορές την ημέρα. Φάρμακο όμως δεν αρνήθηκε ποτέ σε άρρωστο, είχε δεν είχε λεφτά. Ήταν και λόγιος, διάβαζε κάτι βιβλία, μαύρα, χοντρά δερματόδετα, γραμμένα στη καθαρεύουσα, που μόνο ο δάσκαλος και ο γιατρός θα μπορούσαν να διαβάσουν. Κι όμως, όλως περιέργως, ο Αλέξανδρος Φυκώνης, αυτό ήταν το όνομα του, αν και όλοι τον φώναζαν φαρμακοτρίτφτη, δεν έκανε πολύ παρέα με το γιατρό ή το δάσκαλο. Οι κακές οι γλώσσες λέγανε πως ντρέπεται γιατί δεν είχε τόσο “δυνατό” πτυχίο. Ποιος ξέρει άραγε.

Υπήρχαν και άλλοι πολλοί ωραίοι άνθρωποι στο χωριό, σχεδόν όλοι δηλαδή ήταν ωραίοι, αλλά που να τους απομνημονεύσει κανείς όλους; Ο Μπάμπης, ο καλλίτερος χτίστης πέτρας, ο Νίκος ο χασάπης, ο Παναής ο βοσκός, η Βαγγελιώ η μοδίστρα, η Αννούλα του Πίκουλα με τα υφαντά της και πόσοι ακόμα.

Και η ζωή περνούσε όμορφα. Απλά αλλά όμορφα. Και ήρθε το καλοκαίρι, και είχαμε και γάμο στο χωριό και όλοι περίμεναν πως και πως το γλέντι, μετά της Παναγιάς είχαν πει. Κι ένα πρωί μπήκε ένα απόσπασμα Ες Ες στη πλατεία, και κάποιοι με κουκούλες. Και μάζεψαν όλο το χωριό και ψάχναν τον Θύμιο, του κυρ Παντελή που λέγαν πως είχε βγει στο βουνό, Και τους σκότωσαν όλους, εφτά παιδιά, είκοσι πέντε άντρες και τριάντα γυναίκες και τον γιατρό, και το φαρμακοποιό και τον αγροφύλακα και τον παπά και τον μπακάλη και τους καφετζήδες. Μόνο το πρόεδρο άφησαν γιατί ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Αλλά κι αυτός, δεν άντεξε, κρεμάστηκε μόνος του από μια καρυδιά που ήταν στο κέντρο της πλατείας αμέσως με το που έφυγαν οι Ες Ες και οι κουκούλες.

Ήταν μήνας Αύγουστος, αρχές, το καλοκαίρι του 1943.

……

Μήνας Σεπτέμβρης, 2017, και οι Ες Ες ξεχύνονται πάλι στα χωριά, μόνο οι κουκούλες άλλαξαν. Τώρα πια είναι γραβάτες.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-ae

Advertisements

Νότες, κενά και αυθεντίες.

Μαρτίου 28, 2016 Σχολιάστε

Teaser_Faksimile_PHI_3_05

Μας έμαθαν  πως  είναι το ταλέντο ενός μουσικού στο να ταιριάζει νότες, το ταλέντο ενός λογοτέχνη να ταιριάζει λέξεις ή ακόμα ενός μάγειρα στο να ταιριάζει γεύσεις, που οδηγεί στη δημιουργία τόσων και τόσων, μικρών και μεγάλων αριστουργημάτων. Έτσι πειστήκαμε ακόμα πως είναι το ταλέντο ενός πολιτικού που βελτιώνει το σύστημα, το ταλέντο ενός ηγέτη που μας ωθεί στην επανάσταση ή το «θεόπνευστο» χάρισμα ενός ταγού που οδηγεί το ποίμνιο του στη γη της επαγγελίας. Κάθε ανθρώπινη ενασχόληση μετριέται και οριοθετείται από το βαθμό ταλέντου των λίγων, των εξαίρετων, αυτών που ιστορικά ξεπέρασαν  προηγούμενα όρια δημιουργίας.

Μας έμαθαν επίσης πως τα δημιουργήματα από τέτοια ταλέντα είναι δύσχρηστα και κυρίως δυσνόητα για το μεγάλο κομμάτι του συνόλου της κοινωνίας. Απαιτούνται χρόνια εκπαίδευσης, ειδικά σχολεία και κυρίως υψηλή διανοητική ικανότητα για να τα καταλάβει κανείς, για να τα αναλύσει και να τα κάνει ουσιαστικά χρήσιμα για όλους μας. Με λίγα λόγια, δεν μπορούμε εμείς οι απλοί θνητοί να έχουμε άποψη γι’ αυτά, αλλά μόνο όσοι είναι ειδικοί. Μας έμαθαν λοιπόν να υποτασσόμαστε στους ειδικούς, να αφηνόμαστε στη κρίση τους, να ακολουθούμε τις προτροπές τους. Ποιος μπορεί ας πούμε να καταλάβει καλλίτερα το πιάτο ενός Λαζάρου ή ενός Σκαρμούτσου, εγώ κι εσύ ή η Ψυχούλη; Ποιος κατανοεί καλλίτερα τη, τέχνη από τους κριτικούς της; Ποιος έχει το αλάνθαστο στην ανάλυση του Μαρξ αν όχι το ιερατείο των ειδικών του κόμματος; Ποιος μπορεί να ξέρει καλλίτερα από τον Άνθιμο αν υπάρχει Θεός και τι θέλει;

Αν το αναλογιστούμε, για όλα, για τα πάντα υπάρχουν οι ταλαντούχοι δημιουργοί πρωτοπόροι και οι ανάλογοι ειδικοί, αυθεντίες που μας ορίζουν τη σχέση μας με τα δημιουργήματα των πρώτων. Δημιουργήματα, που πολύ έξυπνα παρέλειψαν να μας πουν πως θα ήταν αδύνατα χωρίς την αλληλεπίδραση των δημιουργών τους με μας τους υπόλοιπους. Δημιουργήματα που βασίζονται πάνω στην συλλογική μνήμη, τη συλλογική γνώση και κυρίως τη συλλογική προσφορά του είδους στην δημιουργία του πολιτισμού;

Τι αξία θα είχε η μουσική του Μότσαρτ, αν δεν υπήρχαν μουσικοί να εκτελέσουν τα έργα του; Αν δεν υπήρχαν τεχνίτες να φτιάξουν τα όργανα, ή ακόμα αν δεν υπήρχε χαρτί και μολύβι για να την καταγράψει; Στην τελική, τι αξία θα είχε αν κανείς μας ποτέ δεν την άκουγε;

Όχι, δεν προσπαθώ να μειώσω την προσφορά του κάθε Μότσαρτ, του κάθε Αϊνστάιν, του κάθε φιλόσοφου ή ό,τι άλλο. Δεν προσπαθώ να ισοπεδώσω την αξία κάποιου έργου ή της όποιας εφεύρεσης ή ιδέας. Να ξεφύγω θέλω μόνο από το αξιακό σύστημα που γεννιέται πάνω τους. Να λευτερωθώ από τα στερεότυπα των ειδικών, την ανάγκη για καθοδήγηση και τυφλή υποταγή στα κατεστημένα τους. Δεν μπορώ να ορίζω την «προσφορά» σε μέτρο αξίας ζωής. Αρνούμαι να αξιολογήσω τη ζωή οποιουδήποτε πάνω από τη ζωή κάποιου άλλου.

Μέχρι τότε, θα προσπαθώ να καταλάβω αν μουσική είναι οι νότες ή τα κενά μεταξύ τους.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-8x

Προσφεύγοντας

Μαρτίου 21, 2016 3 Σχόλια

refugees-family-barbed-wire-dpc.jpg

 

Δεν έχει ο Ξένος Ιθάκη να γυρέψει

το ταξίδι του αβέβαιο, σκοτεινό

ξένος και μιαρός για πάντα θα φαντάζει

όπου βρεθεί θα φύγει τρομαγμένος

ή θα κλειστεί σε φράχτες καθαρούς

από τους ντόπιους ευγενείς της λάσπης.

 

Τι κι αν προσφεύγει Ικέτης στο Ναό;

Άδειο κουφάρι είναι πλέον, μάρμαρα γυμνά

ξεχάστηκε ο Θεός που ζούσε εδώ

τώρα λατρεύεται η ησυχία, το εγώ

και στον δικό μας τον ζυγό ζωσμένοι

Ικέτες δεν αντέχουμε κοντά μας.

 

Χιλιάδες οι νεκροί, χιλιάδες άταφοι

ο τόπος όλος μιαν αποφορά

σαπίλα εκτός κι εντός του κόσμου

φεύγει ο Ικέτης, δεν θα βρει εδώ

κανέναν ζωντανό να τον μαζέψει

πτώματα όλοι, μούμιες, νεκρά εκθέματα.

.

ShorUrl: http://wp.me/p2tMSd-8o

Δουλίτσα να υπάρχει.

Νοέμβριος 28, 2014 3 Σχόλια

china-economy-working-class-production-line

Διαβάζω χιλιάδες σελίδες, εκατομμύρια γραμμές, απεγνωσμένες λέξεις που προσπαθούν να εκφράσουν το ανομολόγητο. Ο παραλογισμός, η διαστρέβλωση, ο πόνος, ο θυμός, η παραίτηση.

Η αδυναμία επικοινωνίας, ίσως το πιο τραγικό όλων. Γραφικοί χαρακτήρες αναλαμβάνουν ρόλο υπερηρώων, βιάζουν τη λογική και την αξιοπρέπεια, ανακυκλώνουν το ένα και μοναδικό επιχείρημα υποταγής. Φόβος.

Αλλά ο φόβος γεννάει μίσος, το ξέρουμε καλά, το ζήσαμε πολλές φορές σαν κοινωνία, σαν άτομα. Μόνο που το μίσος αυτό, το συνηθίσαμε, το αγκαλιάσαμε, το κάναμε σημαία και ιδεολογία, το βαφτίσαμε Ασφάλεια και Σταθερότητα, το χρωματίσαμε με ευχάριστους μύθους, το κρύψαμε πίσω από το συμφέρον. Το συμφέρον το δικό μας, το ιδιωτικό, το απάνθρωπο που θέλει όλους τους ανθρώπους αναλώσιμους μπροστά στα λίγα ψίχουλα πλαστής ευημερίας μας.

Οι άνθρωποι πεινάνε, βασανίζονται, σέρνονται στο βούρκο της απαξίωσης, του αποκλεισμού, της εκμετάλλευσης. Φανατικά πιστοί του δόγματος της εξουσίας που θέλει τον άνθρωπο να είναι μόνο αν δουλεύει, πατάνε σε πτώματα για μια θέση στο κάτεργο του καπιταλισμού, αποδύονται κάθε επίφαση αξιοπρέπειας με στόχο την έστω και ελάχιστη αποκατάσταση στο πατροπαράδοτο πρότυπο του φτωχού πλην τιμίου βιοπαλαιστή, θεματοφύλακα των χρηστών ηθών και της τάξης του κόσμου. Ενός κόσμου φτιαγμένου από ηλίθιες παραδοχές και φόβο. Πολύ φόβο.

Ενός κόσμου χωρίς εμάς, αλλά με τις σκιές μας.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7X

Από την ανεργία στο μίσος.

Σεπτεμβρίου 15, 2014 2 Σχόλια

depresion

Ανεργία.

Μπαίνει στη ζωή σου απότομα, βίαια, καταλυτικά. Όμως δεν την αναγνωρίζεις αμέσως. Σου παίρνει καιρό, ανάλογα με τις συνθήκες που βιώνεις. Όταν όμως συνειδητοποιήσεις την κατάσταση αυτή, γκρεμίζεται ο κόσμος σου. Οι επιπτώσεις της στη ζωή σου είναι τραγικές. Ξαφνικά στερείσαι και τα απαραίτητα, οι αξίες των πραγμάτων αλλάζουν ραγδαία και σχεδόν κάθε τι μικρό ασήμαντο και ποταπό στο παρελθόν γίνεται πολύτιμο. Πολύτιμο αλλά όχι αναγκαστικά και απαραίτητο. Και μικραίνει η λίστα με τα απαραίτητα, μέρα με τη μέρα, έως που δεν έχεις τι άλλο να κόψεις. Και από εκεί ξεκινάει η ιδρυματοποίηση και ο αυτοματισμός. Μια συνεχής διαδικασία αποδόμησης της προσωπικότητας σου. Ένας ατελείωτος ευτελισμός. Μια αποχαύνωση. Η παράδοση.

Ο φόβος.

Μπαίνει κι αυτός στη ζωή σου απότομα, βίαια, καταλυτικά.

Μπαίνει και κουβαλάει μαζί του ένα θεριό τρομακτικό. Ένα θεριό που μπήγει τα νύχια του στο μυαλό σου, που ρουφάει τη χαρά και τρέφεται με τη ζωή σου. Έχει εκατομμύρια δόντια που ξεσκίζουν καθημερινά τη λογική σου, άπειρα πρόσωπα που σου κρύβουν την πραγματικότητα όπως οι παραμορφωτικοί καθρέφτες. Σου κλειδώνει κάθε διέξοδο στον κόσμο, σου απαγορεύει την επικοινωνία, σου τσακίζει την ύπαρξη. Σκοτάδι.

Κατάθλιψη.

Κατάθλιψη που σε κατακλύζει, σε ορίζει, σε σκοτώνει λίγο λίγο. Σκοτώνει στην αρχή τη χαρά, την συντροφικότητα, τη δημιουργία. Μετά σιγά σιγά σκοτώνει κάθε τι ανθρώπινο μέσα σου. Σκοτώνει την ομορφιά, την διαφορετικότητα, τον έρωτα, το πάθος, την αγάπη, κάθε τι ζωντανό. Σε οδηγεί με τα μάτια κλειστά στο επικείμενο τέλος της ανθρωπιάς σου. Κι αφού σου στερήσει κάθε ζωντανό και όμορφο συναίσθημα, σε αφήνει κενό, αδιάφορο, απονεκρωμένο. Δημιουργεί χώρο να φωλιάσει το κακό.

Το μίσος.

Περισσότερο μίσος.

Μίσος για όλα και για όλους. Μίσος για την ίδια τη ζωή.

Τέλος.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7D

Σπάργανο

Σεπτεμβρίου 10, 2014 2 Σχόλια

0101010040506images

 

Σέρνονται οι μέρες, οι εβδομάδες σαν νεκροζώντανες φιγούρες από κακόγουστες ταινίες φανταστικού τρόμου. Περνούν οι μήνες σαν σκιές πάνω στα μάτια μας, αποκρύβοντας την θέα μιας αποστεωμένης ψυχής που κουβαλάμε με μια ιδιαίτερα ενοχλητική αυταρέσκεια. Τα χρόνια επικάθονται πάνω μας, ογκόλιθοι που φράζουν σταδιακά κάθε διέξοδο απόδρασης από την φαιδρότητα μιας επιφανειακής μακαριότητας.

Νεκρός χρόνος. Μια αδιάκοπη ροή γεγονότων, ασήμαντων και σημαντικών, μας περιβάλει σαν σώμα βαρέως ύδατος, καταλύτης παραγωγής ειδώλων αντίστροφων στις καθρεπτίζουσες επιφάνειες μιας αλλότριας πραγματικότητας. Μας σφίγγει σαν μόνιμο ξεχασμένο σπάργανο, σαν δεύτερο δέρμα, στεγνό, άκαμπτο και αδιάφανο. Μας αποκλείει από το κοινωνείν υποσχόμενο μια ψευδεπίγραφη και βαρύθυμη ασφάλεια, μιαν αέναη και απαρέγκλιτη κανονικότητα.

Γερνάει η σάρκα, παρακμάζει εκθετικά, οδηγώντας το νου μας σε μια κατάσταση πανικού που σαν το παράσιτο χάνει τον ξενιστή του και απεγνωσμένα ψάχνει την σωτήρια έξοδο σε όποια δυνατή κατάσταση περαιτέρω επιβίωσης. Έτσι, σταθερά δημιουργεί φανταστικούς κόσμους, βαφτίζει πραγματικότητα τις παραισθήσεις, αποστειρώνεται από την φαντασία που ορίζει κάθε δημιουργική πτυχή του, και καταπέφτει τελικά στο κοινότοπο της κατανάλωσης ψευδών μέσων ολοκλήρωσης.

Νεκρός είναι ο χρόνος που αποζητάμε να σταματήσουμε, που ελπίζουμε να δαμάσουμε, που αρνούμαστε να καταλάβουμε πως οι αλλαγές που φέρνει είναι η ίδια η ουσία της ζωής. Νεκροί είμαστε κι εμείς που συνειδητά ή ασυνείδητα δεχόμαστε την επιβολή ενός νου πέρα και πάνω από το σώμα μας. Νεκροί όσοι θεωρούν πως η διάνοια μπορεί να αποκοπεί από τις αισθήσεις, να ξεφύγει από το σαρκικό της εαυτό, να πάψει να είναι δηλαδή άνθρωπος.

Ανταλλάξαμε τη δημιουργικότητα της ελευθερίας που γεννιέται από την επίγνωση της θνητότητας του είμαι με την δια βίου σήψη ενός έχειν που δελεάζει με την υπόσχεση συνέχισης του παροδικού.

Και εκεί έγκειται η ψυχωτική μας εμμονή να προσδιορίσουμε τη σχέση διάνοιας και σώματος, όχι στη βάση της ολότητας αλλά ορίζοντας μια δυική μεταφυσική θεώρηση συνύπαρξης τους. Μια θεώρηση όμως που ξεκάθαρα είναι επίκτητη μέσω των κοινωνικών πρότυπων και των κυρίαρχων αφηγήσεων. Η δήθεν ανεξαρτησία της διάνοιας από το σώμα, εμφανίζεται σαν κοινωνικό θέσφατο, είτε μέσα από τις θρησκευτικές δοξασίες είτε σαν πολιτικά ορθός λόγος που σκοπό έχει την συμμόρφωση ακόμα και όταν οι σαρκικές ανάγκες του ατόμου δεν καλύπτονται. Έτσι κάθε σαρκική ανάγκη αν και για να πληρωθεί χρειάζεται σπάνια και απαγορευμένα στους πολλούς μέσα, για όσους τα στερούνται ορίζεται ως ποταπή από την εξουσία και άρα όχι τόσο σημαντική όσο η δήθεν πνευματική ανάγκη για ολοκλήρωση.

Με αυτόν τον τρόπο αποδέχεται το άτομο πως αν και δεν μπορεί να έχει ισότιμα και ελεύθερα εξυπηρετούμενες τις σαρκικές του ανάγκες, συμμετέχει ισότιμα στην εξυπηρέτηση των “ανώτερων” πνευματικών αναγκών του. Προσλαμβάνει λοιπόν διάφορους κατά περίσταση τίτλους όπως αυτόν του Δημοκράτη, και μένω στο ένα παράδειγμα αν και στη θέση του χωράνε άπειρα, και αυτομάτως οφείλει να υπερασπιστεί τις όποιες επιλογές και συμπεριφορές επιλέξει η Δημοκρατία του. Ακόμη και αν αυτή η ίδια η Δημοκρατία του τον καταδικάζει με αυτές τις επιλογές σε περιορισμό της ικανοποίησης των σαρκικών του αναγκών.

Αν ορίσουμε τη ιδεατή ζωή σαν κατάσταση που όλες μας οι πραγματικές ανάγκες ικανοποιούνται στο βαθμό που μας επιτρέπει να νιώθουμε πνευματικά ελεύθεροι από αυτές και άρα ικανοί να αντιλαμβανόμαστε το είμαι πέρα και έξω από το έχειν, κάθε περιορισμός στην ικανοποίηση των σαρκικών αναγκών οδηγεί και στον περιορισμό της ικανοποίησης των πνευματικών. Ο διαχωρισμός της “ανώτερης” διάνοιας από το “κατώτερο” σώμα, οδηγεί αυτόματα στην αποδοχή της ανελευθερίας ως θέσφατον.

.

ShortUrl:

Κάρβουνα

Δεκέμβριος 3, 2013 1 Σχολιο

red-eyes

Κάρβουνα.

Κάρβουνα που υπόσχονται μια δόση θαλπωρής, μια εστία φιλοξενίας, μια ανάπαυλα από το εξωτερικό ψύχος.

Κάρβουνα φονικά και ύπουλα, πρώτα σε ζεσταίνουν, κερδίζουν την εμπιστοσύνη σου και μετά σε σκοτώνουν.

Ζωές, κάρβουνα στη φουφού της καθημερινής εκπόρνευσης των ονείρων μας.

Μυαλά, κάρβουνα στο μαγκάλι της επιβίωσης.

Συνειδήσεις, κάρβουνα στο λάκκο της ανθρωποφαγίας.

Καρδιές, κάρβουνα στο φούρνο της θλίψης και του φόβου.

Και το κορμάκι της κάρβουνο στα δελτία ειδήσεων.

Και η μάνα;

.

Μάτια που καίνε σαν κάρβουνα, αναμμένα από το κλάμα, τις ενοχές και το μίσος.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-76

Αρέσει σε %d bloggers: