Αρχείο

Posts Tagged ‘Κίνημα’

Ένα διαχρονικό παραμύθι

Σεπτεμβρίου 25, 2017 Σχολιάστε

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μικρό χωριό, ζούσαν ευτυχισμένοι καμιά εξηνταριά άνθρωποι. Μπορεί να ήταν κι εξήντα πέντε. Αν και η κύρια ασχολία τους ήταν η κτηνοτροφία, δεν τους έλειπε τίποτα. Μπορεί να μην είχαν όλες τις ανέσεις που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις, μπορεί να μην είχαν θέατρα, κινηματογράφους, και ακριβά εστιατόρια αλλά μια χαρά περνούσαν.

Τα πανηγύρια, εκτός από το μεγάλο στην μνήμη του Άι Λιά στα τέλη του Ιούλη, του προστάτη του χωριού, συχνά στήνονταν στην πλατεία με την παραμικρή αφορμή. Μερικές φορές, πέρναγε και κάποιος περιοδεύων θίασος ή κάποιος καραγκιοζοπαίχτης, και τότε όλο το χωριό μαζεύονταν να διασκεδάσει. Μια φορά μάλιστα, είχε περάσει από το χωριό και ένας περιοδεύων κινηματογράφος. Μεγάλη εντύπωση άφησε αυτό το γεγονός στους χωριανούς, ακόμα το συζητάνε, χρόνια μετά.

Φυσικά, το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ήταν τα δυο καφενεία του χωριού. Παραδοσιακά, όμορφα καφενεία, με καλό καφέ, νόστιμα μεζεδάκια και δυνατό τσίπουρο. Δεν παραβλέπουμε βέβαια και τις δροσερές πορτοκαλάδες και τη βανίλια υποβρύχιο για τα παιδιά.

Αυτά τα δύο καφενεία που λέτε, ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, στην πλατεία του χωριού. Βόρεια το ένα, του Βασίλη του Χοντρού και νότια το άλλο, του Μήτσου, που είχε το συνήθειο να επιμένει να τον φωνάζουν Δημήτριο, αφού στα νιάτα του είχε περάσει ένα έτος στη νομική σχολή, στη μεγάλη πόλη. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο χωριό όταν αρρώστησε βαριά ο πατέρας του, και κάποιος έπρεπε να φροντίσει το καφενείο. Βλέπετε, από αυτό ζούσαν όλοι, κι αυτός και η μάνα του και οι δυο ανύπαντρες τότε αδερφές του. Γύρισε λοιπόν άρον άρον, αλλά το κουσούρι της νομικής έμεινε. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι Μήτσος ο Χασοδίκης.

Στην ανατολική πλευρά της πλατείας, στεκόταν η εκκλησιά του Άι Λιά. Το καμάρι του χωριού. Ο παππάς του χωριού, ένας γεράκος, έξω καρδιά, που σε όλους έλεγε πως θα πάνε στον παράδεισο, όλους τους αγαπούσε και κανέναν, μα κανένα δεν είχε επιπλήξει ποτέ αν καμιά φορά δεν εμφανιζόταν στην εκκλησία, ή αν του ξέφευγε καμιά βλαστήμια. Το παγκάρι του ήταν μονίμως άδειο, μιας και ότι έπεφτε μέσα, πήγαινε αμέσως στους πιο φτωχούς, σε κάποιο παιδί του χωριού που είχε κατέβει στη μεγάλη πόλη για σπουδές ή σε λογαριασμούς κάποιου νοσοκομείου όταν η ασθένεια ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων του γιατρού.

Ο γιατρός ήταν νέος, ξενομερίτης, τον έστειλε το Κράτος στο χωριό για τρία χρόνια, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Ακούραστος και ευγενικός, πάντα έτρεχε να βοηθήσει τους ανθρώπους του, αλλά πέρα από κανα κερασμένο τσίπουρο, κανα γλυκό του κουταλιού και κανα κυριακάτικο τραπέζωμα όσο ζούσε μόνος του, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει αμοιβή για τις υπηρεσίες του. “Μα με πληρώνει το Κράτος”, αναφωνούσε θιγμένος κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να τον πληρώσει. Μετά βέβαια, αγάπησε τη Μαριγώ, την κόρη του μπακάλη, και έτσι έχασε τα κυριακάτικα γεύματα, αλλά κέρδισε τον έρωτα τς ζωής του. Σύντομα έκανε και κουτσούβελα, έμεινε πια μόνιμος στο χωριό, και οι άνθρωποι έπαψαν να τον λεν ξενομερίτη. Τον πείραζαν όμως καμιά φορά, φωνάζοντας τον σώγαμπρο. Τότε γελούσε και τους έλεγε πως τα τρία από τα εφτά παιδιά που πήγαιναν σχολείο στο χωριό, ήταν δικά του, του σώγαμπρου.

Το σχολείο ήταν στην άκρη του χωριού, πέτρινο, δυο τάξεις και ένα γραφειάκι για το δάσκαλο. Η μια τάξη χρησίμευε ως αποθήκη μιας και τα παιδιά ήταν λίγα. Ο δάσκαλος, ο κύριος Ξενοφών, μιας κάποιας ηλικίας, εργένης, μετρημένος και πάντα καλοντυμένος ήταν καλοσυνάτος και υπομονετικός με τα παιδιά. Πέρα από τη σχολική ύλη, τα έπαιρνε συχνά στην εξοχή να τα διδάξει επί τόπου βοτανολογία, βιολογία, ζωολογία και άλλα. Τους μάθαινε για τα πετρώματα και τα απολιθώματα και την προϊστορία.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σ’ αυτές τις εξορμήσεις συναντούσαν τον αγροφύλακα να γυρνάει από χωράφι σε βοσκοτόπι και από μαντρί σε αγρόκτημα. Ο αγροφύλακας που έκανε χρέη και αστυνόμου, ο Δημήτρης του Νικολή, όπως τον ήξεραν στο χωριό, όχι μόνο δεν ασκούσε ουσιαστική εξουσία, αλλά έτρεχε πάντα να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη από ένα χεράκι στις δουλειές. Πότε τον έβρισκες στον έναν όταν έσφαζε γουρούνι, πότε στον άλλο όταν ήταν ο καιρός για το κούρεμα των προβάτων, άλλες πάλι φορές έκοβε ξύλα για κάποιες γιαγιάδες, που χήρες πλέον, ζούσαν μοναχές τους.

Ο παππάς, ο δάσκαλος και ο γιατρός ήταν αχώριστοι. Οι τρεις τους μαζεύονταν στο καφενείο για τσίπουρο και πρέφα σχεδόν κάθε απόβραδο. Αλλά φρόντιζαν να πηγαίνουν μια στο ένα και μια στο άλλο καφενείο, μιας και κανένας στο χωριό δεν είχε έχθρες με κάποιον άλλον. Καμιά φορά μαζί τους, έβλεπες και το αγροφύλακα. Αν δεν ήταν εκεί, τότε σίγουρα ήταν με μιαν άλλη αχώριστη τριάδα στο χωριό που την αποτελούσαν ο Πρόεδρος, ο μπακάλης και ο φαρμακοποιός.

Ο Πρόεδρος, Σωτήρης Μέτζουλας στο όνομα, ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Ένα γεγονός που εξασφάλιζε την μόνιμη εκλογή του ως προέδρου του χωριού. Κατά βάθος, ήσυχος και καλός άνθρωπος, πάσχιζε να βοηθήσει το χωριό με κονδύλια από τη Νομαρχία και την κεντρική κυβέρνηση, υποστήριζε σθεναρά τις υποθέσεις των συγχωριανών του, και το γραφείο της κοινότητας ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον τον χρειαζόταν. Το μόνο του κουσούρι ήταν το τσίπουρο, αλλά κι αυτό μόνο όταν έκλεινε η “υπηρεσία της κοινότητος” όπως επέμενε να ονομάζει το τραπεζάκι του καφενείου που χρησιμοποιούσε αντί για το γραφείο του.

Ο μπακάλης, ένας θεόρατος καλοσυνάτος γίγαντας που άκουγε στο όνομα Ηλίας, το επώνυμο Τσάμκας, ήταν ταυτόχρονα και φούρναρης του χωριού. Από κονσέρβα μέχρι σπίρτα, από ψωμί μέχρι λάδι, από σαπούνι μέχρι σοκολάτες, όλα τα είχε στο μαγαζί. Ένα διώροφο πίσω από την εκκλησιά, που κάτω ήταν μαγαζί και απάνω το σπίτι του. Πολλές φορές “ξεχνούσε” να γράψει τα βερεσέδια, πάντα είχε ένα γλειφιτζούρι για τα παιδιά και το μόνο του παράπονο ήταν που είχε μόνο μία κόρη, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, αλλά του πέρασε όταν απέκτησε εγγόνια, και μάλιστα από γαμπρό γιατρό.

Ίσως ο πιο βαρετός να ήταν ο φαρμακοποιός, αλλά μόνο γιατί δεν έπινε, δεν κάπνιζε και είχε μια ανεξήγητη μανία να πλένει συνέχεια τα χέρια του, ως και εκατό φορές την ημέρα. Φάρμακο όμως δεν αρνήθηκε ποτέ σε άρρωστο, είχε δεν είχε λεφτά. Ήταν και λόγιος, διάβαζε κάτι βιβλία, μαύρα, χοντρά δερματόδετα, γραμμένα στη καθαρεύουσα, που μόνο ο δάσκαλος και ο γιατρός θα μπορούσαν να διαβάσουν. Κι όμως, όλως περιέργως, ο Αλέξανδρος Φυκώνης, αυτό ήταν το όνομα του, αν και όλοι τον φώναζαν φαρμακοτρίτφτη, δεν έκανε πολύ παρέα με το γιατρό ή το δάσκαλο. Οι κακές οι γλώσσες λέγανε πως ντρέπεται γιατί δεν είχε τόσο “δυνατό” πτυχίο. Ποιος ξέρει άραγε.

Υπήρχαν και άλλοι πολλοί ωραίοι άνθρωποι στο χωριό, σχεδόν όλοι δηλαδή ήταν ωραίοι, αλλά που να τους απομνημονεύσει κανείς όλους; Ο Μπάμπης, ο καλλίτερος χτίστης πέτρας, ο Νίκος ο χασάπης, ο Παναής ο βοσκός, η Βαγγελιώ η μοδίστρα, η Αννούλα του Πίκουλα με τα υφαντά της και πόσοι ακόμα.

Και η ζωή περνούσε όμορφα. Απλά αλλά όμορφα. Και ήρθε το καλοκαίρι, και είχαμε και γάμο στο χωριό και όλοι περίμεναν πως και πως το γλέντι, μετά της Παναγιάς είχαν πει. Κι ένα πρωί μπήκε ένα απόσπασμα Ες Ες στη πλατεία, και κάποιοι με κουκούλες. Και μάζεψαν όλο το χωριό και ψάχναν τον Θύμιο, του κυρ Παντελή που λέγαν πως είχε βγει στο βουνό, Και τους σκότωσαν όλους, εφτά παιδιά, είκοσι πέντε άντρες και τριάντα γυναίκες και τον γιατρό, και το φαρμακοποιό και τον αγροφύλακα και τον παπά και τον μπακάλη και τους καφετζήδες. Μόνο το πρόεδρο άφησαν γιατί ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Αλλά κι αυτός, δεν άντεξε, κρεμάστηκε μόνος του από μια καρυδιά που ήταν στο κέντρο της πλατείας αμέσως με το που έφυγαν οι Ες Ες και οι κουκούλες.

Ήταν μήνας Αύγουστος, αρχές, το καλοκαίρι του 1943.

……

Μήνας Σεπτέμβρης, 2017, και οι Ες Ες ξεχύνονται πάλι στα χωριά, μόνο οι κουκούλες άλλαξαν. Τώρα πια είναι γραβάτες.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-ae

Advertisements

#Syriza_xeftiles

Απρίλιος 3, 2016 2 Σχόλια

tsipras-kammenos (1)

 

Είναι εκπληκτική η άνεση με την οποία οι όψιμοι εξουσιαστές μας παρουσιάζουν την δική τους ανάλγητη δίψα για εξουσία και προσωπικό όφελος για προτιμότερη από των «άλλων». Μια διαχρονική τακτική όλων των κατά καιρούς νεόκοπων κυβερνητικών, που δυστυχώς ακόμα έχει απήχηση στις μάζες των επίσης διαχρονικά εθελόδουλων «πολιτών». Αυτό που όμως είναι στ’ αλήθεια συγκλονιστικό, είναι ο βαθμός της αλαζονείας με την οποία το πράττουν, αλλά και η τεράστια απόσταση που διανύουν σε ελάχιστο χρόνο, μεταθέτοντας εαυτόν από τις προηγούμενες πολιτικές τους θέσεις σε όλο και πιο ακραία αντίθετες.

Η υιοθέτηση μιας ουσιαστικά φασιστικής και ρατσιστικής πολιτικής από πρώην «αριστερούς», δεν θα μπορούσε να γίνει σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (15 μήνες συγκυβερνούν με την ακροδεξία των ψεκασμένων) κάτω από τις συνηθισμένες διεργασίες πολιτικού μετασχηματισμού ενός σοσιαλιστικού σχηματισμού σε καθαρό αστικό κυβερνητικό κόμμα. Οι συνθήκες είναι απαιτητικές και οι συσχετισμοί λιγότερο ευέλικτοι απ’ ότι παλαιοτέρα, όπως για παράδειγμα το 1981, με τον μετασχηματισμό του ΠΑΣΟΚ σε κόμμα υπόδειγμα λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου.

Η υποταγή στα Ευρωπαϊκά κελεύσματα, η διαπλοκή με την εγχώρια ελίτ, και η συγκυβέρνηση με την ακροδεξιά, επιταχύνουν την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε μια λίγο πιο χαλαρή Νέα Δημοκρατία. Η κρίση, το προσφυγικό αλλά και η τεράστια πείνα των πρώην αριστερών για καρέκλες και ζεστό χρήμα, ξεβρακώνουν καθημερινά την υποκρισία τους.

Το μόνο που τους σώζει ακόμα από την «λαϊκή μήνη» είναι η επική ανικανότητα των απέναντι αλλά και η εξαιρετική χρήση της προπαγάνδας και της προβοκάτσιας, κάτι που έχουν διδαχθεί άριστα στα τόσα χρόνια της καριέρας μέσα στον αέναο κύκλο διασπάσεων, λασπολογίας, ρουφιανιάς και διαστρέβλωσης που επιδίδονταν για την επικράτηση στο αριστερό πεδίο.

Η δημοκρατία και ιδιαίτερα η αντιπροσωπευτική της εκδοχή, χρησιμοποιούσε την εναλλαγή στην εξουσία ως περιοριστικό μέσο στην διαφθορά. Έτσι τουλάχιστον διατείνονταν οι δημοκράτες. Η πραγματικότητα βέβαια έδειξε πέραν αμφιβολίας, πως η εξουσία δεν ασκείται από τους αιρετούς αλλά από τους κραταιούς του χρήματος. Οι αιρετοί, απλοί διαχειριστές μιας στημένης πραγματικότητας, απλά αποτελούν το προπέτασμα αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τους πραγματικούς της εξουσιαστές, ώστε σε κάθε περίπτωση αυτοί να μένουν αλώβητοι.

Η μόνη συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ στην ιστορία, είναι πως κατέδειξε με την στάση του την ματαιότητα της ελπίδας μιας δημοκρατικής αριστερής λύσης.

Το ουσιαστικά απογοητευτικό όμως είναι πως ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται αριστεροί, προοδευτικοί, ριζοσπάστες και λοιπά ευφυολογήματα, αλλά δεν αντιλαμβάνονται πως εν τέλει κάθε εξουσία τείνει νομοτελειακά στην φασιστοποίηση. Πως κάθε άνθρωπος που θα έρθει σε επαφή μαζί της, αναγκαστικά θα υποκύψει στο δέλεαρ της, και θα διαφθαρεί σταδιακά η αμέσως σε βαθμό ολοκληρωτικό.

Δυστυχώς, οι πολλοί δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για το χρώμα του σανού που τους ταΐζουν.

Καλή μας χώνεψη.

.

ShortUrl: https: http://wp.me/p2tMSd-8C

.

 

 

Δουλίτσα να υπάρχει.

Νοέμβριος 28, 2014 3 Σχόλια

china-economy-working-class-production-line

Διαβάζω χιλιάδες σελίδες, εκατομμύρια γραμμές, απεγνωσμένες λέξεις που προσπαθούν να εκφράσουν το ανομολόγητο. Ο παραλογισμός, η διαστρέβλωση, ο πόνος, ο θυμός, η παραίτηση.

Η αδυναμία επικοινωνίας, ίσως το πιο τραγικό όλων. Γραφικοί χαρακτήρες αναλαμβάνουν ρόλο υπερηρώων, βιάζουν τη λογική και την αξιοπρέπεια, ανακυκλώνουν το ένα και μοναδικό επιχείρημα υποταγής. Φόβος.

Αλλά ο φόβος γεννάει μίσος, το ξέρουμε καλά, το ζήσαμε πολλές φορές σαν κοινωνία, σαν άτομα. Μόνο που το μίσος αυτό, το συνηθίσαμε, το αγκαλιάσαμε, το κάναμε σημαία και ιδεολογία, το βαφτίσαμε Ασφάλεια και Σταθερότητα, το χρωματίσαμε με ευχάριστους μύθους, το κρύψαμε πίσω από το συμφέρον. Το συμφέρον το δικό μας, το ιδιωτικό, το απάνθρωπο που θέλει όλους τους ανθρώπους αναλώσιμους μπροστά στα λίγα ψίχουλα πλαστής ευημερίας μας.

Οι άνθρωποι πεινάνε, βασανίζονται, σέρνονται στο βούρκο της απαξίωσης, του αποκλεισμού, της εκμετάλλευσης. Φανατικά πιστοί του δόγματος της εξουσίας που θέλει τον άνθρωπο να είναι μόνο αν δουλεύει, πατάνε σε πτώματα για μια θέση στο κάτεργο του καπιταλισμού, αποδύονται κάθε επίφαση αξιοπρέπειας με στόχο την έστω και ελάχιστη αποκατάσταση στο πατροπαράδοτο πρότυπο του φτωχού πλην τιμίου βιοπαλαιστή, θεματοφύλακα των χρηστών ηθών και της τάξης του κόσμου. Ενός κόσμου φτιαγμένου από ηλίθιες παραδοχές και φόβο. Πολύ φόβο.

Ενός κόσμου χωρίς εμάς, αλλά με τις σκιές μας.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7X

Πρόθυμοι εθελοντές.

Νοέμβριος 8, 2014 4 Σχόλια

modern-slave

Εθελοντές ζητά πλέον και επίσημα ο καπιταλισμός για να παράξει ακόμα μεγαλύτερα κέρδη. Εθελοντές εργαζόμενους, γιατί η ανεργία είναι χειρότερη λέει. Αν πας εθελοντής, θα έχεις (ίσως) καλύτερες ευκαιρίες αύριο σου λένε, θα μετρήσει στα υπέρ σου όταν έρθει η ώρα να γίνεις και επίσημα μισθωτός σκλάβος.

Τι είναι όμως αυτό που μας εκπλήσσει;

Γιατί θεωρούμε εξωφρενικό τον όρο εθελοντής όταν μιλάμε για την εργασία μας;

Μήπως η έκπληξη πηγάζει από μια μικρή παρανόηση που κάναμε στο παρελθόν;

Και εξηγούμαι, μήπως απλά τόσα χρόνια κρύβαμε την πραγματικότητα πίσω από λέξεις-μάσκες αρνούμενοι να παραδεχτούμε την δική μας ανικανότητα;

Ονομάσαμε την εθελοδουλία μας, μισθωτή εργασία, ναι ή όχι;

Στην ουσία πάντα εθελοντές δεν ήμασταν στον κοινωνικό καταμερισμό ;

Γιατί αν έχουμε την ψευδαίσθηση πως δεν είμαστε εθελοντές, θα ρωτούσε κάποιος αν δεχόμαστε πως μας εξαναγκάζουν σε ένα σύστημα εκμετάλλευσης, και αν το παραδεχτούμε, τότε πως θα δικαιολογηθούμε;

Εθελοντές λοιπόν, εθελοντές σκλάβοι, υπήκοοι, πολίτες, συνένοχοι, εξουσιαζόμενοι, εξουσιαστές. Και μάλιστα πρόθυμοι εθελοντές οι περισσότεροι.

Με τις υγείες μας.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7S

Το φως που καίει.

Νοέμβριος 1, 2014 5 Σχόλια

study_for_the_figure_of_love_in_love_leaving_psycheΚάπου εκεί έξω, ανάμεσα στα αναρίθμητα άδεια κουφάρια υπηκόων, ζουν γυμνοί κάποιοι λίγοι που επέλεξαν να μην σκύψουν ποτέ το κεφάλι. Γυμνοί από όλες τις αρετές του συστήματος, γυμνοί από κάθε επίπλαστη εικόνα, γυμνοί κι ανοιχτοί σε κάθε προσέγγιση ανθρώπινης ύπαρξης.

Ανώνυμοι και άσημοι, πορεύονται στο δικό τους μονοπάτι για την αξιοπρέπεια. Ένα μονοπάτι με χιλιάδες εμπόδια, αλλά καθαρό από πτώματα που θα έκαναν το βάδισμα εύκολο. Τους αναγνωρίζεις συνήθως από την απουσία τους. Είναι αυτοί που λείπουν από κάθε δήθεν συνεύρεση. Είναι αυτοί που δεν ωφελούνται ποτέ. Είναι αυτοί που μόνοι δικαιώνουν τον άνθρωπο.

Δεν προσφέρουν καμία ελπίδα, δεν πουλάνε ποτέ υποσχέσεις, δεν διεκδικούν ποτέ αναγνώριση, δεν κλαίνε ποτέ. Μόνο τραγουδάνε τραγούδια της ζωής, ζωγραφίζουν στους τοίχους το μέλλον μας, βάφουν την άσφαλτο με το αίμα τους.

Αν τύχει ποτέ κι αγγίξεις έναν απ’ αυτούς, ίσως μπορέσεις να κλέψεις λίγο από το γέλιο τους. Άλλες φορές πάλι, νιώθεις την άγρια χαρά του χορού τους πάνω στα θαμπωμένα κάτοπτρα της στρεβλής πραγματικότητας ενός τελειωμένου κόσμου. Κι αν τύχει και σ’ αγκαλιάσει κάποιος απ’ αυτούς, μπορεί και να εξαϋλωθείς στη συλλογικότητα που λέγεται Άνθρωπος.

Μόνο πρόσεξε, αν τύχει και δεν αντέξεις, αν φοβηθείς, θα πέσεις ακόμα πιο βαθιά στο βούρκο των ψευδαισθήσεων, θα γίνεις ακόμα πιο άδειο κουφάρι. Τότε θα τους μισήσεις βαθιά, θα τους εκδικηθείς με μανία, θα τους σκοτώσεις. Γιατί το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να κάνει κανείς σε ένα άδειο κουφάρι, είναι να του δείξει τη ζωή.

Γι’ αυτό, το νου σας. Να προσέχετε τις συναναστροφές σας. Αν δεν αντέχετε το φως, καλύτερα να μένετε στα σκοτάδια.

Γιατί το δικό τους φως, καίει.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7O

SOS Χαλκιδική

Αύγουστος 19, 2014 7 Σχόλια

Be6GE7IIIAA8XcY

 

Μια βόλτα στις Σκουριές Χαλκιδικής δεν αρκεί για να αντιληφθεί κανείς το πραγματικό μέγεθος της υφιστάμενης, αλλά και κυρίως της επικείμενης καταστροφής της φύσης σε ένα από τα ομορφότερα μέρη της χώρας. Η παράλογη εξόρυξη που χαρίζει δις στην εταιρεία, αφανίζει το δάσος, καταστρέφει τους υδροφορείς, δηλητηριάζει νερά, ακτές, χώματα σε βαθμό μη αναστρέψιμο για χιλιάδες χρόνια, προκαλεί ρήγματα ακόμα και στα σπίτια των κατοίκων των χωριών που έχουν την ατυχία να βρίσκονται κοντά στις στοές, στερεύει πηγές, αφανίζει με λίγα λόγια την ίδια την ζωή.

Η ασυδοσία της εταιρείας, σε αγαστή συνεργασία με μια μαφιόζικη κυβέρνηση διαπλοκής και μια καθοδηγούμενη σκιά δήθεν δικαιοσύνης οδηγεί την περιοχή στην παρακμή και τον θάνατο με μηδενικό μάλιστα όφελος για το ελληνικό δημόσιο. Αλλά ακόμα και αν το οικονομικό όφελος για το δημόσιο ήταν τεράστιο, ακόμα και τότε, πόσο μπορεί να αποτιμηθεί η αξία της φύσης και της ζωής σε χρήμα; Πόσο κοστίζει η αξιοπρέπεια και η υγεία των ανθρώπων; Πόσο αξίζει η ολοκληρωτική ερημοποίηση όλης της περιοχής και η απώλεια των πιο σημαντικών αποθεμάτων νερού σε όλη την Χαλκιδική;

Πέρασα λίγες μέρες μαζί με τους ανθρώπους που έχουν τάξει τον εαυτό τους στην αντίσταση κατά αυτής της καταστροφής. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, με διαφορετικά επαγγελματικά και οικονομικά υπόβαθρα, με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις, ακόμα και με διαφορετικούς πολιτισμικούς προσανατολισμούς. Άνθρωποι όμως ενωμένοι από την φυσική τους ανάγκη για επιβίωση στον τόπο που έτυχε ή διάλεξαν να ζήσουν, ενωμένοι από την ανάγκη για ζωή και την αναζήτηση του δικαιώματος μιας στοιχειώδους αυτοδιάθεσης.

Η αντίσταση, που επίμονα προβάλλουν στα οικονομικά και πολιτικά μεγαθήρια, η μαζικότητα και η όρεξη για δράσεις, η ακούραστη προσπάθεια τους να επικοινωνήσουν με κάθε μέσο το δίκιο του αγώνα τους μα κυρίως το μόνιμο χαμόγελο τους και η σιγουριά επιτυχίας που τους χαρίζει το αυτονόητο των διεκδικήσεων τους είναι αυτά που έπεισαν κι εμένα πως δεν υπάρχει περίπτωση να χάσουν. Οι εξορύξεις και η λεηλασία θα σταματήσουν, η ζωή θα νικήσει.

Αλλά υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Ο χρόνος πιέζει αφάνταστα, η καταστροφή γίνεται μη αναστρέψιμη μέρα με τη μέρα . Και εδώ καλούμαστε όλοι εμείς να πάρουμε θέση. Να αναλάβουμε ρόλο άμεσα, ηθικά και ενεργητικά να στηρίξουμε αυτόν τον αγώνα, να συμβάλουμε όσο μπορούμε στην διατήρηση του φυσικού πλούτου της γης, στην διάσωση της ίδιας της ζωής. Όσες διαφορές κι αν έχουμε στον τρόπο θέασης του μετά, όσο κι αν διαφωνούμε για την διαχείριση των πόρων, αν χαθούν αυτοί, δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε, δεν έχουμε τρόπο να τους επαναφέρουμε.

Ας γίνουμε λοιπόν κι εμείς “μέλη της εγκληματικής οργάνωσης” όπως τόσο κυνικά βάφτισε η Ελληνική “Δικαιοσύνη” αυτούς τους ανθρώπους. Το πρόβλημα αφορά όλους μας και δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε μέσω της ανάθεσης, μόνη διέξοδος η συμμετοχή και η αντίσταση.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7u

Ίσως.

Ιουνίου 8, 2014 Σχολιάστε

anger.red1

 

Χαθήκαμε κάπου ανάμεσα την οργή μας και το φόβο.

Αναθέσαμε τα θέλω μας σε φανταστικούς συμμάχους και τώρα λοιδορούμε αυτούς για την απραξία τους.

Εγκαλούμε κάθε άλλον για την απουσία του όταν εμείς οι ίδιοι βυθιζόμαστε στην απραξία μας.

Αποδίδουμε κάθε λογής συλλογικές ευθύνες μόνο και μόνο για να μην αντιμετωπίσουμε τις δικές μας.

Ανακηρύσσουμε σε λάβαρα της εξέγερσης κάθε μικρή αντίσταση αλλά δεν έχουμε καμιά πρόθεση να τα σηκώσουμε εμείς οι ίδιοι.

Αποδίδουμε την ευθύνη της νίκης σε κάθε ομάδα που παλεύει και της ήττας σε όλους όσους δεν συμμερίζονται το φόβο μας.

Βαφτίζουμε “κίνημα” τις σπασμωδικές και ασυνάρτητες διεκδικήσεις “νομιμότητας” προσπαθώντας να ενταχθούμε σε μια συλλογική ευκαιρία άφεσης αμαρτιών.

Κραυγάζουμε συνθήματα ενότητας ανόμοιων και αντίθετων απόψεων χωρίς να κάνουμε ποτέ τον κόπο να ακούσουμε αυτές τις απόψεις.

Απαιτούμε την συλλογική υποταγή σε ένα ενιαίο εξεγερσιακό πρόταγμα το οποίο εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε καν αγγίξει.

Και όταν πλέον η διάχυτη ηλιθιότητα των ψευδαισθήσεων που καλλιεργούμε αποκαλύπτεται, στοχοποιούμε ως εχθρό τον φανταστικό μας σύμμαχο, τον διαφορετικό, τον περισσότερο ή λιγότερο προβληματισμένο, τον “άλλο”.

Ανάμεσα στο δίπολο του “όλοι είναι εναντίων μας” και “ο εχθρός του εχθρού μου είναι σύμμαχος”, επιλέγουμε τις πλέον γκροτέσκες γενικεύσεις.

Βιάζουμε τη λογική μέσα σε ένα συναισθηματικό παραλήρημα, κουνώντας το δάχτυλο της παντογνωσίας και μυξοκλαίγοντας παράλληλα για την έλλειψη συμμετοχής στο “δικό” μας κίνημα.

Το χειρότερο είναι που ξεχνάμε τη δυνατότητα του ανθρώπου να αλλάζει, να εξελίσσεται, να προχωρά μπροστά.

Ίσως γιατί ριζώνουμε εύκολα σε στερεότυπα, ίσως γιατί καθοριζόμαστε από την αγέλη και τέλος ίσως γιατί δεν θέλουμε να αλλάξουμε, γιατί μας έπεισαν πως κάθε αλλαγή ακυρώνει το παρελθόν.

Ίσως είναι καιρός να κοιτάξουμε το μέλλον.

Ίσως είναι καιρός να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.

.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7m

Αρέσει σε %d bloggers: