Αρχείο

Posts Tagged ‘Αξιοπρέπεια.’

Ένα διαχρονικό παραμύθι

Σεπτεμβρίου 25, 2017 Σχολιάστε

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μικρό χωριό, ζούσαν ευτυχισμένοι καμιά εξηνταριά άνθρωποι. Μπορεί να ήταν κι εξήντα πέντε. Αν και η κύρια ασχολία τους ήταν η κτηνοτροφία, δεν τους έλειπε τίποτα. Μπορεί να μην είχαν όλες τις ανέσεις που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις, μπορεί να μην είχαν θέατρα, κινηματογράφους, και ακριβά εστιατόρια αλλά μια χαρά περνούσαν.

Τα πανηγύρια, εκτός από το μεγάλο στην μνήμη του Άι Λιά στα τέλη του Ιούλη, του προστάτη του χωριού, συχνά στήνονταν στην πλατεία με την παραμικρή αφορμή. Μερικές φορές, πέρναγε και κάποιος περιοδεύων θίασος ή κάποιος καραγκιοζοπαίχτης, και τότε όλο το χωριό μαζεύονταν να διασκεδάσει. Μια φορά μάλιστα, είχε περάσει από το χωριό και ένας περιοδεύων κινηματογράφος. Μεγάλη εντύπωση άφησε αυτό το γεγονός στους χωριανούς, ακόμα το συζητάνε, χρόνια μετά.

Φυσικά, το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ήταν τα δυο καφενεία του χωριού. Παραδοσιακά, όμορφα καφενεία, με καλό καφέ, νόστιμα μεζεδάκια και δυνατό τσίπουρο. Δεν παραβλέπουμε βέβαια και τις δροσερές πορτοκαλάδες και τη βανίλια υποβρύχιο για τα παιδιά.

Αυτά τα δύο καφενεία που λέτε, ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, στην πλατεία του χωριού. Βόρεια το ένα, του Βασίλη του Χοντρού και νότια το άλλο, του Μήτσου, που είχε το συνήθειο να επιμένει να τον φωνάζουν Δημήτριο, αφού στα νιάτα του είχε περάσει ένα έτος στη νομική σχολή, στη μεγάλη πόλη. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο χωριό όταν αρρώστησε βαριά ο πατέρας του, και κάποιος έπρεπε να φροντίσει το καφενείο. Βλέπετε, από αυτό ζούσαν όλοι, κι αυτός και η μάνα του και οι δυο ανύπαντρες τότε αδερφές του. Γύρισε λοιπόν άρον άρον, αλλά το κουσούρι της νομικής έμεινε. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι Μήτσος ο Χασοδίκης.

Στην ανατολική πλευρά της πλατείας, στεκόταν η εκκλησιά του Άι Λιά. Το καμάρι του χωριού. Ο παππάς του χωριού, ένας γεράκος, έξω καρδιά, που σε όλους έλεγε πως θα πάνε στον παράδεισο, όλους τους αγαπούσε και κανέναν, μα κανένα δεν είχε επιπλήξει ποτέ αν καμιά φορά δεν εμφανιζόταν στην εκκλησία, ή αν του ξέφευγε καμιά βλαστήμια. Το παγκάρι του ήταν μονίμως άδειο, μιας και ότι έπεφτε μέσα, πήγαινε αμέσως στους πιο φτωχούς, σε κάποιο παιδί του χωριού που είχε κατέβει στη μεγάλη πόλη για σπουδές ή σε λογαριασμούς κάποιου νοσοκομείου όταν η ασθένεια ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων του γιατρού.

Ο γιατρός ήταν νέος, ξενομερίτης, τον έστειλε το Κράτος στο χωριό για τρία χρόνια, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Ακούραστος και ευγενικός, πάντα έτρεχε να βοηθήσει τους ανθρώπους του, αλλά πέρα από κανα κερασμένο τσίπουρο, κανα γλυκό του κουταλιού και κανα κυριακάτικο τραπέζωμα όσο ζούσε μόνος του, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει αμοιβή για τις υπηρεσίες του. “Μα με πληρώνει το Κράτος”, αναφωνούσε θιγμένος κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να τον πληρώσει. Μετά βέβαια, αγάπησε τη Μαριγώ, την κόρη του μπακάλη, και έτσι έχασε τα κυριακάτικα γεύματα, αλλά κέρδισε τον έρωτα τς ζωής του. Σύντομα έκανε και κουτσούβελα, έμεινε πια μόνιμος στο χωριό, και οι άνθρωποι έπαψαν να τον λεν ξενομερίτη. Τον πείραζαν όμως καμιά φορά, φωνάζοντας τον σώγαμπρο. Τότε γελούσε και τους έλεγε πως τα τρία από τα εφτά παιδιά που πήγαιναν σχολείο στο χωριό, ήταν δικά του, του σώγαμπρου.

Το σχολείο ήταν στην άκρη του χωριού, πέτρινο, δυο τάξεις και ένα γραφειάκι για το δάσκαλο. Η μια τάξη χρησίμευε ως αποθήκη μιας και τα παιδιά ήταν λίγα. Ο δάσκαλος, ο κύριος Ξενοφών, μιας κάποιας ηλικίας, εργένης, μετρημένος και πάντα καλοντυμένος ήταν καλοσυνάτος και υπομονετικός με τα παιδιά. Πέρα από τη σχολική ύλη, τα έπαιρνε συχνά στην εξοχή να τα διδάξει επί τόπου βοτανολογία, βιολογία, ζωολογία και άλλα. Τους μάθαινε για τα πετρώματα και τα απολιθώματα και την προϊστορία.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σ’ αυτές τις εξορμήσεις συναντούσαν τον αγροφύλακα να γυρνάει από χωράφι σε βοσκοτόπι και από μαντρί σε αγρόκτημα. Ο αγροφύλακας που έκανε χρέη και αστυνόμου, ο Δημήτρης του Νικολή, όπως τον ήξεραν στο χωριό, όχι μόνο δεν ασκούσε ουσιαστική εξουσία, αλλά έτρεχε πάντα να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη από ένα χεράκι στις δουλειές. Πότε τον έβρισκες στον έναν όταν έσφαζε γουρούνι, πότε στον άλλο όταν ήταν ο καιρός για το κούρεμα των προβάτων, άλλες πάλι φορές έκοβε ξύλα για κάποιες γιαγιάδες, που χήρες πλέον, ζούσαν μοναχές τους.

Ο παππάς, ο δάσκαλος και ο γιατρός ήταν αχώριστοι. Οι τρεις τους μαζεύονταν στο καφενείο για τσίπουρο και πρέφα σχεδόν κάθε απόβραδο. Αλλά φρόντιζαν να πηγαίνουν μια στο ένα και μια στο άλλο καφενείο, μιας και κανένας στο χωριό δεν είχε έχθρες με κάποιον άλλον. Καμιά φορά μαζί τους, έβλεπες και το αγροφύλακα. Αν δεν ήταν εκεί, τότε σίγουρα ήταν με μιαν άλλη αχώριστη τριάδα στο χωριό που την αποτελούσαν ο Πρόεδρος, ο μπακάλης και ο φαρμακοποιός.

Ο Πρόεδρος, Σωτήρης Μέτζουλας στο όνομα, ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Ένα γεγονός που εξασφάλιζε την μόνιμη εκλογή του ως προέδρου του χωριού. Κατά βάθος, ήσυχος και καλός άνθρωπος, πάσχιζε να βοηθήσει το χωριό με κονδύλια από τη Νομαρχία και την κεντρική κυβέρνηση, υποστήριζε σθεναρά τις υποθέσεις των συγχωριανών του, και το γραφείο της κοινότητας ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον τον χρειαζόταν. Το μόνο του κουσούρι ήταν το τσίπουρο, αλλά κι αυτό μόνο όταν έκλεινε η “υπηρεσία της κοινότητος” όπως επέμενε να ονομάζει το τραπεζάκι του καφενείου που χρησιμοποιούσε αντί για το γραφείο του.

Ο μπακάλης, ένας θεόρατος καλοσυνάτος γίγαντας που άκουγε στο όνομα Ηλίας, το επώνυμο Τσάμκας, ήταν ταυτόχρονα και φούρναρης του χωριού. Από κονσέρβα μέχρι σπίρτα, από ψωμί μέχρι λάδι, από σαπούνι μέχρι σοκολάτες, όλα τα είχε στο μαγαζί. Ένα διώροφο πίσω από την εκκλησιά, που κάτω ήταν μαγαζί και απάνω το σπίτι του. Πολλές φορές “ξεχνούσε” να γράψει τα βερεσέδια, πάντα είχε ένα γλειφιτζούρι για τα παιδιά και το μόνο του παράπονο ήταν που είχε μόνο μία κόρη, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, αλλά του πέρασε όταν απέκτησε εγγόνια, και μάλιστα από γαμπρό γιατρό.

Ίσως ο πιο βαρετός να ήταν ο φαρμακοποιός, αλλά μόνο γιατί δεν έπινε, δεν κάπνιζε και είχε μια ανεξήγητη μανία να πλένει συνέχεια τα χέρια του, ως και εκατό φορές την ημέρα. Φάρμακο όμως δεν αρνήθηκε ποτέ σε άρρωστο, είχε δεν είχε λεφτά. Ήταν και λόγιος, διάβαζε κάτι βιβλία, μαύρα, χοντρά δερματόδετα, γραμμένα στη καθαρεύουσα, που μόνο ο δάσκαλος και ο γιατρός θα μπορούσαν να διαβάσουν. Κι όμως, όλως περιέργως, ο Αλέξανδρος Φυκώνης, αυτό ήταν το όνομα του, αν και όλοι τον φώναζαν φαρμακοτρίτφτη, δεν έκανε πολύ παρέα με το γιατρό ή το δάσκαλο. Οι κακές οι γλώσσες λέγανε πως ντρέπεται γιατί δεν είχε τόσο “δυνατό” πτυχίο. Ποιος ξέρει άραγε.

Υπήρχαν και άλλοι πολλοί ωραίοι άνθρωποι στο χωριό, σχεδόν όλοι δηλαδή ήταν ωραίοι, αλλά που να τους απομνημονεύσει κανείς όλους; Ο Μπάμπης, ο καλλίτερος χτίστης πέτρας, ο Νίκος ο χασάπης, ο Παναής ο βοσκός, η Βαγγελιώ η μοδίστρα, η Αννούλα του Πίκουλα με τα υφαντά της και πόσοι ακόμα.

Και η ζωή περνούσε όμορφα. Απλά αλλά όμορφα. Και ήρθε το καλοκαίρι, και είχαμε και γάμο στο χωριό και όλοι περίμεναν πως και πως το γλέντι, μετά της Παναγιάς είχαν πει. Κι ένα πρωί μπήκε ένα απόσπασμα Ες Ες στη πλατεία, και κάποιοι με κουκούλες. Και μάζεψαν όλο το χωριό και ψάχναν τον Θύμιο, του κυρ Παντελή που λέγαν πως είχε βγει στο βουνό, Και τους σκότωσαν όλους, εφτά παιδιά, είκοσι πέντε άντρες και τριάντα γυναίκες και τον γιατρό, και το φαρμακοποιό και τον αγροφύλακα και τον παπά και τον μπακάλη και τους καφετζήδες. Μόνο το πρόεδρο άφησαν γιατί ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Αλλά κι αυτός, δεν άντεξε, κρεμάστηκε μόνος του από μια καρυδιά που ήταν στο κέντρο της πλατείας αμέσως με το που έφυγαν οι Ες Ες και οι κουκούλες.

Ήταν μήνας Αύγουστος, αρχές, το καλοκαίρι του 1943.

……

Μήνας Σεπτέμβρης, 2017, και οι Ες Ες ξεχύνονται πάλι στα χωριά, μόνο οι κουκούλες άλλαξαν. Τώρα πια είναι γραβάτες.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-ae

Advertisements

Χαμογελάνε τα σκουπίδια;

Αύγουστος 27, 2017 2 Σχόλια

 

Σέρνονται αργά οι ώρες, οι μέρες, οι εποχές.

Εναλλαγή κατάθλιψης και προσποιητής διασκέδασης.

Ανεκπλήρωτοι πόθοι, σβησμένα πάθη, νεκρά όνειρα.

Η σκιά της κοινωνικότητας πέφτει όλο και πιο μαύρη στα μάτια μας, στην καρδιά μας, στη ζωή μας.

Μα κυρίως πέφτει, σκοτάδι, στο μυαλό μας.

Νεκροζώντανοι.

Παραπαίουμε από στιγμή σε στιγμή, ξύνοντας την λίγδα από μια αλλότρια κανονικότητα.

Μια κανονικότητα που μας έχει αρπάξει από ο σβέρκο, από τ’ αχαμνά, από την ψυχή μας την ίδια., και μας ξετινάζει σαν πατσαβούρια ξεσκονίσματος.

Κάναμε τη ζωή μας διεκπεραίωση, ρουτίνα φυλακισμένου με λοβοτομή.

Το φαΐ μας άγευστο, τα λόγια μας ανούσια, η μουσική μας άτονη, το σεξ χωρίς πάθος, ο ύπνος κενός.

Δίχως όνειρα.

Ούτε καν εφιάλτες.

Κατασκευάσαμε νέους εχθρούς για να κρύψουμε τους φόβους μας.

Διαστρεβλώσαμε τις έννοιες για να ταιριάξουν με την δειλία μας.

Πουλήσαμε συνειδήσεις για ν’ αγοράσουμε τις αλυσίδες μας.

Νομιμοποιήσαμε το δικαίωμα στην ξεφτίλα, μη μπορώντας να κοιταχτούμε στους καθρέφτες μας.

Αλλά όσο κι αν προσπαθούμε, όσο κι αν προσποιούμαστε, όσο κι αν καλύπτουμε τους καθρέφτες μας με μακιγιάζ κανονικότητας, δεν γλυτώνουμε.

Αργά η γρήγορα θα βρεθούμε όλοι μπροστά στον πιο αμείλικτο καθρέφτη, τον πιο σκληρό κριτή.

Τα μάτια εκείνων που αντιστέκονται.

Εκείνων που στέκονται όρθιοι απέναντι στα εκτελεστικά αποσπάσματα

Εκείνων που σαπίζουν στα κελιά χωρίς να μετανοιώνουν.

Εκείνων που δίνουν τα πάντα για να μην έχουν τίποτα να τους δεσμεύει.

Εκείνων που ψάχνουν στα σκουπίδια, όχι για φαγητό, αλλά για ένα χαμόγελο.

 

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-9O

Νότες, κενά και αυθεντίες.

Μαρτίου 28, 2016 Σχολιάστε

Teaser_Faksimile_PHI_3_05

Μας έμαθαν  πως  είναι το ταλέντο ενός μουσικού στο να ταιριάζει νότες, το ταλέντο ενός λογοτέχνη να ταιριάζει λέξεις ή ακόμα ενός μάγειρα στο να ταιριάζει γεύσεις, που οδηγεί στη δημιουργία τόσων και τόσων, μικρών και μεγάλων αριστουργημάτων. Έτσι πειστήκαμε ακόμα πως είναι το ταλέντο ενός πολιτικού που βελτιώνει το σύστημα, το ταλέντο ενός ηγέτη που μας ωθεί στην επανάσταση ή το «θεόπνευστο» χάρισμα ενός ταγού που οδηγεί το ποίμνιο του στη γη της επαγγελίας. Κάθε ανθρώπινη ενασχόληση μετριέται και οριοθετείται από το βαθμό ταλέντου των λίγων, των εξαίρετων, αυτών που ιστορικά ξεπέρασαν  προηγούμενα όρια δημιουργίας.

Μας έμαθαν επίσης πως τα δημιουργήματα από τέτοια ταλέντα είναι δύσχρηστα και κυρίως δυσνόητα για το μεγάλο κομμάτι του συνόλου της κοινωνίας. Απαιτούνται χρόνια εκπαίδευσης, ειδικά σχολεία και κυρίως υψηλή διανοητική ικανότητα για να τα καταλάβει κανείς, για να τα αναλύσει και να τα κάνει ουσιαστικά χρήσιμα για όλους μας. Με λίγα λόγια, δεν μπορούμε εμείς οι απλοί θνητοί να έχουμε άποψη γι’ αυτά, αλλά μόνο όσοι είναι ειδικοί. Μας έμαθαν λοιπόν να υποτασσόμαστε στους ειδικούς, να αφηνόμαστε στη κρίση τους, να ακολουθούμε τις προτροπές τους. Ποιος μπορεί ας πούμε να καταλάβει καλλίτερα το πιάτο ενός Λαζάρου ή ενός Σκαρμούτσου, εγώ κι εσύ ή η Ψυχούλη; Ποιος κατανοεί καλλίτερα τη, τέχνη από τους κριτικούς της; Ποιος έχει το αλάνθαστο στην ανάλυση του Μαρξ αν όχι το ιερατείο των ειδικών του κόμματος; Ποιος μπορεί να ξέρει καλλίτερα από τον Άνθιμο αν υπάρχει Θεός και τι θέλει;

Αν το αναλογιστούμε, για όλα, για τα πάντα υπάρχουν οι ταλαντούχοι δημιουργοί πρωτοπόροι και οι ανάλογοι ειδικοί, αυθεντίες που μας ορίζουν τη σχέση μας με τα δημιουργήματα των πρώτων. Δημιουργήματα, που πολύ έξυπνα παρέλειψαν να μας πουν πως θα ήταν αδύνατα χωρίς την αλληλεπίδραση των δημιουργών τους με μας τους υπόλοιπους. Δημιουργήματα που βασίζονται πάνω στην συλλογική μνήμη, τη συλλογική γνώση και κυρίως τη συλλογική προσφορά του είδους στην δημιουργία του πολιτισμού;

Τι αξία θα είχε η μουσική του Μότσαρτ, αν δεν υπήρχαν μουσικοί να εκτελέσουν τα έργα του; Αν δεν υπήρχαν τεχνίτες να φτιάξουν τα όργανα, ή ακόμα αν δεν υπήρχε χαρτί και μολύβι για να την καταγράψει; Στην τελική, τι αξία θα είχε αν κανείς μας ποτέ δεν την άκουγε;

Όχι, δεν προσπαθώ να μειώσω την προσφορά του κάθε Μότσαρτ, του κάθε Αϊνστάιν, του κάθε φιλόσοφου ή ό,τι άλλο. Δεν προσπαθώ να ισοπεδώσω την αξία κάποιου έργου ή της όποιας εφεύρεσης ή ιδέας. Να ξεφύγω θέλω μόνο από το αξιακό σύστημα που γεννιέται πάνω τους. Να λευτερωθώ από τα στερεότυπα των ειδικών, την ανάγκη για καθοδήγηση και τυφλή υποταγή στα κατεστημένα τους. Δεν μπορώ να ορίζω την «προσφορά» σε μέτρο αξίας ζωής. Αρνούμαι να αξιολογήσω τη ζωή οποιουδήποτε πάνω από τη ζωή κάποιου άλλου.

Μέχρι τότε, θα προσπαθώ να καταλάβω αν μουσική είναι οι νότες ή τα κενά μεταξύ τους.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-8x

Προσφεύγοντας

Μαρτίου 21, 2016 3 Σχόλια

refugees-family-barbed-wire-dpc.jpg

 

Δεν έχει ο Ξένος Ιθάκη να γυρέψει

το ταξίδι του αβέβαιο, σκοτεινό

ξένος και μιαρός για πάντα θα φαντάζει

όπου βρεθεί θα φύγει τρομαγμένος

ή θα κλειστεί σε φράχτες καθαρούς

από τους ντόπιους ευγενείς της λάσπης.

 

Τι κι αν προσφεύγει Ικέτης στο Ναό;

Άδειο κουφάρι είναι πλέον, μάρμαρα γυμνά

ξεχάστηκε ο Θεός που ζούσε εδώ

τώρα λατρεύεται η ησυχία, το εγώ

και στον δικό μας τον ζυγό ζωσμένοι

Ικέτες δεν αντέχουμε κοντά μας.

 

Χιλιάδες οι νεκροί, χιλιάδες άταφοι

ο τόπος όλος μιαν αποφορά

σαπίλα εκτός κι εντός του κόσμου

φεύγει ο Ικέτης, δεν θα βρει εδώ

κανέναν ζωντανό να τον μαζέψει

πτώματα όλοι, μούμιες, νεκρά εκθέματα.

.

ShorUrl: http://wp.me/p2tMSd-8o

Μικρές ιστορίες από τα κρατητήρια (2) – Με τα δόντια

Μαρτίου 25, 2015 5 Σχόλια

Featured image

Κάποια στιγμή ήρθε ένας φρουρός και άνοιξε την πόρτα ώστε να πάμε ένας ένας στην τουαλέτα. Η κινέζα πήγε πρώτη, αμίλητη και ντροπαλή. Μετά πήγε η τσιγγάνα, γελώντας και όλο σκέρτσο. Πριν βγει, γυρνάει και μου λέει, «αν αντέχεις, μην πας ακόμα, θα κολλήσεις τίποτα από τη βρώμα». Γύρισε σχεδόν αμέσως, «μόνο το πρόσωπο μου έβρεξα», είπε, «δεν κάθομαι εκεί να κατουρήσω, θα κρατηθώ μέχρι τα δικαστήρια».

Ο φρουρός την κοίταξε ειρωνικά και αφού γέλασε μόνος του, μουρμούρισε «κοίτα που έχουν και απαιτήσεις». Η τσιγγάνα, που το άκουσε, γυρίζει και του απαντά, «πρέπει κύριε αστυνόμε μου να πάθουμε αρρώστια γιατί πουλάγαμε λίγες μπλούζες για να φάμε ψωμί;».

«Να φάτε» της απαντά ο φρουρός, «να φάτε, αλλά να πάτε να δουλέψετε για να φάτε». «που να δουλέψουμε;», του αντιγυρίζει, «δεν υπάρχουν δουλειές, μακάρι να είχαμε δουλειά». «Δεν υπάρχουν δουλειές ε; Δεν υπάρχουν δουλειές λες. Εμ βέβαια, αφού πήξαμε από σας». Εκείνη τη στιγμή ήμουν έτοιμος να επέμβω με μια ερώτηση αλλά δεν πρόλαβα. Ο φρουρός τσαντισμένος συνέχισε, «να πάτε στα χωράφια ρε, να σκάψτε τα χωράφια». «Εγώ έχω πάει, αλλά δεν μας έδιναν σωστά εργαλεία, πολύ κουραστικό και τα λεφτά λίγα» πετάχτηκε ένας ηλικιωμένος. «Θα έχουμε και φρέζα;» ρωτάει η τσιγγάνα τον φρουρό περιπαιχτικά. «Κοίτα κάτι μούτρα ρε που θέλουν και φρέζα, κοίτα ρε» χαχάνησε αυτός.

«Δώστε μας την γη, να τη δουλέψουμε ελεύθεροι, χωρίς επιστάτες και σκυλιά, και θα πάμε» ακούστηκε ξαφνικά από το βάθος του κελιού. Ένας σαραντάρης, σαρανταπεντάρης το πολύ, κοκαλιασμένος και σε άθλια κατάσταση, μάλλον αλβανός, δεν έμαθα ποτέ. Και συνέχισε «δώστε μας τη γη να τη δουλέψουμε για μας, και αν χρειαστεί, με τα χέρια θα τη σκάψουμε, δεν θέλουμε μηχανήματα, με τα χέρια»

Ο φρουρός μας κοίταξε όλους απαξιωτικά, έκλεισε την πόρτα και γύρισε να φύγει.

«Με τα δόντια αν χρειαστεί» πετάχτηκε επίτηδες δυνατά ένα παλληκάρι μαύρο, «και με τα δόντια θα τη σκάψουμε, αλλά να τρώμε φαί, όχι ξύλο». Ο φρουρός είχε ήδη φύγει. «Και με τα δόντια», μουρμούρισαν κάποιοι άλλοι. Σιωπή για λίγο.

«Και με τα δόντια» σκέφτηκα κι εγώ.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-8k

Μικρές ιστορίες από τα κρατητήρια (1)  – Η Ντροπή.

Μαρτίου 24, 2015 4 Σχόλια

Featured image

Στο ΑΤ Ομόνοιας, έφτασα σιδηροδέσμιος στις 7 το πρωί. Με πέταξαν σε ένα κελί που στοιβάζονταν καμιά δεκαριά υπάρξεις, οι περισσότερες εκείνη την ώρα ακόμα κουκουλωμένες με βρώμικες κουβέρτες. Εκεί θα περίμενα μέχρι να μας πάνε στα δικαστήρια, αφού πρώτα θα μας πέρναγαν από τη σήμανση για φακέλωμα.

«Καλημέρα», μου χαμογέλασε, ένας ηλικιωμένος που ήταν όρθιος και περπατούσε πάνω κάτω σχετικά ήρεμα. «Καλημέρα» του απάντησα, η αλήθεια είναι κάπως κουρασμένος. Μου χαμογέλασε ξανά. «Αν θες τσιγάρο» μου είπε, «περίμενε λίγο να ξυπνήσει η κοπελιά», δείχνοντας μου έναν ανθρώπινο μπόγο κουλουριασμένο στη γωνία. «Έχω, ευχαριστώ» του είπα, και μηχανικά έβγαλα το πακέτο ανάβοντας ένα. Έκανα να το ξαναβάλω στην τσέπη μου όταν συνήλθα και αμέσως του αντιπρότεινα «θες εσύ ένα;» ενώ παράλληλα του πρόταξα το ανοιχτό πακέτο. «Δεν καπνίζω» μου απάντησε «σ’ ευχαριστώ».

Μείναμε για λίγο σιωπηλοί, αυτός περπατώντας πάνω κάτω και εγώ αρχίζοντας πλέον να συνειδητοποιώ τον χώρο καλλίτερα. Μια κοπέλα από την Κίνα, καθόταν σφιγμένη δίπλα στην πόρτα, αμίλητη. «Καλημέρα» της είπα αλλά δεν μου απάντησε, μόνο μου χαμογέλασε ευγενικά αλλά σφιγμένα. «Περιμένει 2 ώρες να μας ανοίξουν να πάει τουαλέτα» μου λέει ο ηλικιωμένος, που τελικά ήταν Αλβανός. «Μα τώρα άνοιξαν» του λέω κοιτάζοντας και τους δύο, «για να βάλουν εμένα μέσα, γιατί δεν πήγε;». «Δεν μας αφήνουν έτσι, πρέπει να πάμε όταν θέλουν αυτοί, με συνοδεία» και το «αυτοί» ακούστηκε σαν ό,τι χειρότερο που μπορούσε να σου συμβεί.

Λίγο αργότερα, άρχισαν να ξυπνούν και άλλοι, μαζί τους και μια χαρούμενη κοπελιά, τσιγγάνα όπως μου είπε, από την Αλβανία. Ξύπνησε με ένα χαμόγελο σαν την ανατολή του ήλιου και  άρχισε αμέσως να ρωτά. «Από που είσαι εσύ;» «Γιατί σε πιάσανε;» «θέλεις τσιγάρο;» και σχεδόν σε μιαν ανάσα με όλα αυτά «έλληνας είσαι;». Η καρδιά μου πάγωσε στην τελευταία ερώτηση. Τις περασμένες δύο νύχτες ήμουν σε κάτι βρωμερά κελιά στο ΑΤ Εξαρχείων, μόνος μου, με μόνη συντροφιά ζωγραφιές και ονόματα χαραγμένα στους τοίχους. Τα πιο πολλά ήταν του στυλ, «η ελλάδα είναι σκατά», «fuck greece», «στο ελαδα πεθαίνω» (sic) και άλλα τέτοια. Με μια πρωτόγνωρη ντροπή, απάντησα «ναι, έλληνας είμαι». Κράτησα την αναπνοή μου για λίγο. Πίστεψα πως πλέον θα είμαι απομονωμένος, πως θα με φοβηθούν. Πως να κουβαλήσω τον τίτλο Έλληνας, όταν είναι αυτό ακριβώς που τους έχει τσακίσει; Παρατηρούσα το πρόσωπο της με αγωνία, «τώρα θα μου γυρίσει την πλάτη» σκέφτηκα.

Ο ηλικιωμένος αμέσως μπήκε στη κουβέντα «μπορείς να διαβάσεις λίγο το χαρτί που έδωσαν στο κορίτσι» μου λέει, και έκανε νόημα προς την κοπέλα από την Κίνα. «Ναι, ναι», μου πετάει το η τσιγγάνα, «διάβασε το, γιατί εμείς δεν καταλαβαίνουμε» και αμέσως μου έφυγε ο φόβος της απομόνωσης. Πήρα την κλήση και διάβασα: «Στην οδό Αθηνάς συνελήφθη η ……… έχοντας στην κατοχή της 4 ρολόγια, 10 αναπτήρες και 7 φακούς» πρόστιμο πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €)». Σταματώ, περιμένω αντιδράσεις. Τίποτα.

«Μάλιστα», λέει σε λίγο ο ηλικιωμένος, «και μένα με δύο ζευγάρια παπούτσια με έπιασαν». «Εμένα με τέσσερις μπλούζες» πετάγεται η τσιγγάνα, «πέντε χρόνια απέλαση θα φάω, και πρόστιμο. και τα παιδιά μου;». Σιωπή. Μια φωνή από το βάθος συμπλήρωσε. «Είμαστε όλοι ξυπόλητοι». Θυμήθηκα το σύνθημα στους τοίχους. «Η δικαιοσύνη είναι σαν το φίδι, δαγκώνει μόνο τους ξυπόλητους» Για λίγο κανείς δεν μιλούσε. Μέχρι που ακούστηκε το χτύπημα της πόρτας. Η Κινέζα χτυπούσε μαλακά, σχεδόν φοβισμένα, για να της ανοίξουν να πάει τουαλέτα. «Δεν ακούει» μας είπε, με τν απόγνωση να ζωγραφίζεται δραματικά στο πρόσωπο της. Πήγα στην πόρτα και την κοπάνησα με δύναμη, παρατεταμένα. Πήρε λίγα λεπτά και ένα αγριεμένο πρόσωπο μπάτσου ήρθε στο παραθυράκι. Με κοίταξε με θράσος, «τι τρέχει;» μου γαυγίζει. «Η κυρία έχει ανάγκη να πάει την τουαλέτα» του λέω, και κάνω ένα βήμα πίσω να δείξω την κινέζα. Την κοιτάζει για λίγο, χαμογελά υποτιμητικά, κοιτάζει ξανά εμένα και μου λέει, «Είσαι απ’ αυτούς που συγκινούνται με τα ζώα ε; Μετάφρασε της αυτό λοιπόν: «κατουρήσου επάνω σου ρε βρωμόζωο» και κλείνει με βρόντο το παραθυράκι.

,

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-8g

Θα ψηφίσω.

Ιανουαρίου 25, 2015 7 Σχόλια

vote-cage1

Δεν ψηφίζω γιατί ποτέ δεν μπήκε στα ψηφοδέλτια έστω και ένα ερώτημα για κάποιο από τα προβλήματα που με απασχολούν, παρά μόνο το ερώτημα ποιον από κάποιους εκλεκτούς διαλέγω να έχει άποψη γι αυτά.

Δεν ψηφίζω γιατί ποτέ δεν μπήκε το ερώτημα για την αξιοπρέπεια και την ευζωία αλλά μόνιμα με εκβιάζουν μεταξύ δύο κακών να διαλέξω το λιγότερο κακό.

Δεν ψηφίζω γιατί ποτέ ένα σύστημα που διαχειρίζεται τους πόρους και τους ανθρώπους σαν νούμερα στατιστικής δεν μπορεί να αλλάξει αλλάζοντας διαχειριστές.

Δεν ψηφίζω γιατί ντρέπομαι να συμμετέχω στη νομιμοποίηση ενός συστήματος που τοποθετεί την οικονομία πάνω από την ζωή.

Δεν ψηφίζω γιατί ποτέ δεν εννόησα πως θα μπορούσα να αναθέτω συνεχώς τις δικές μου αποφάσεις σε κάποιον άλλον, διατηρώντας το δικαίωμα μου στην άρνηση υποταγής.

Δεν ψηφίζω γιατί ποτέ δεν μπήκε εκλογικό ερώτημα η ελευθερία. Όχι αυτή η στρεβλή παρανόηση των παραχωρήσεων ως ελευθερία, αλλά η ουσιαστική πανανθρώπινη φυσική ελευθερία.

Δεν ψηφίζω γιατί με ενοχλεί η υποκρισία της συμμετοχής στην άσκηση εξουσίας.

Δεν ψηφίζω γιατί αρνούμαι να παραχωρήσω την αξιοπρέπεια του δικαιώματος στην ανυπακοή.

Δεν ψηφίζω γιατί είμαι πρώτα άνθρωπος και μετά σκλάβος, υπήκοος, πολίτης, οπαδός ή ό,τι άλλο.

Δεν ψηφίζω γιατί δεν ψάχνω νόημα στη ζωή μου αλλά δέχομαι πως η ζωή είναι επιθυμία.

Δεν ψηφίζω γιατί κανένας δεν αξίζει να κυβερνάται από άλλους.

Δεν ψηφίζω γιατί είμαι είμαι ερωτευμένος με τη ζωή, την ομορφιά και την ελευθερία.

Δεν ψηφίζω ακόμα.

Θα ψηφίσω.

Θα ψηφίσω αν ποτέ μπει το ερώτημα, ανάθεση ή συμμετοχή.

Και ξέρω από τώρα τι θα ψηφίσω σε αυτό.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-81

Αρέσει σε %d bloggers: