Αρχείο

Archive for the ‘Φόβος’ Category

Ένα διαχρονικό παραμύθι

Σεπτεμβρίου 25, 2017 Σχολιάστε

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μικρό χωριό, ζούσαν ευτυχισμένοι καμιά εξηνταριά άνθρωποι. Μπορεί να ήταν κι εξήντα πέντε. Αν και η κύρια ασχολία τους ήταν η κτηνοτροφία, δεν τους έλειπε τίποτα. Μπορεί να μην είχαν όλες τις ανέσεις που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις, μπορεί να μην είχαν θέατρα, κινηματογράφους, και ακριβά εστιατόρια αλλά μια χαρά περνούσαν.

Τα πανηγύρια, εκτός από το μεγάλο στην μνήμη του Άι Λιά στα τέλη του Ιούλη, του προστάτη του χωριού, συχνά στήνονταν στην πλατεία με την παραμικρή αφορμή. Μερικές φορές, πέρναγε και κάποιος περιοδεύων θίασος ή κάποιος καραγκιοζοπαίχτης, και τότε όλο το χωριό μαζεύονταν να διασκεδάσει. Μια φορά μάλιστα, είχε περάσει από το χωριό και ένας περιοδεύων κινηματογράφος. Μεγάλη εντύπωση άφησε αυτό το γεγονός στους χωριανούς, ακόμα το συζητάνε, χρόνια μετά.

Φυσικά, το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ήταν τα δυο καφενεία του χωριού. Παραδοσιακά, όμορφα καφενεία, με καλό καφέ, νόστιμα μεζεδάκια και δυνατό τσίπουρο. Δεν παραβλέπουμε βέβαια και τις δροσερές πορτοκαλάδες και τη βανίλια υποβρύχιο για τα παιδιά.

Αυτά τα δύο καφενεία που λέτε, ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, στην πλατεία του χωριού. Βόρεια το ένα, του Βασίλη του Χοντρού και νότια το άλλο, του Μήτσου, που είχε το συνήθειο να επιμένει να τον φωνάζουν Δημήτριο, αφού στα νιάτα του είχε περάσει ένα έτος στη νομική σχολή, στη μεγάλη πόλη. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο χωριό όταν αρρώστησε βαριά ο πατέρας του, και κάποιος έπρεπε να φροντίσει το καφενείο. Βλέπετε, από αυτό ζούσαν όλοι, κι αυτός και η μάνα του και οι δυο ανύπαντρες τότε αδερφές του. Γύρισε λοιπόν άρον άρον, αλλά το κουσούρι της νομικής έμεινε. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι Μήτσος ο Χασοδίκης.

Στην ανατολική πλευρά της πλατείας, στεκόταν η εκκλησιά του Άι Λιά. Το καμάρι του χωριού. Ο παππάς του χωριού, ένας γεράκος, έξω καρδιά, που σε όλους έλεγε πως θα πάνε στον παράδεισο, όλους τους αγαπούσε και κανέναν, μα κανένα δεν είχε επιπλήξει ποτέ αν καμιά φορά δεν εμφανιζόταν στην εκκλησία, ή αν του ξέφευγε καμιά βλαστήμια. Το παγκάρι του ήταν μονίμως άδειο, μιας και ότι έπεφτε μέσα, πήγαινε αμέσως στους πιο φτωχούς, σε κάποιο παιδί του χωριού που είχε κατέβει στη μεγάλη πόλη για σπουδές ή σε λογαριασμούς κάποιου νοσοκομείου όταν η ασθένεια ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων του γιατρού.

Ο γιατρός ήταν νέος, ξενομερίτης, τον έστειλε το Κράτος στο χωριό για τρία χρόνια, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Ακούραστος και ευγενικός, πάντα έτρεχε να βοηθήσει τους ανθρώπους του, αλλά πέρα από κανα κερασμένο τσίπουρο, κανα γλυκό του κουταλιού και κανα κυριακάτικο τραπέζωμα όσο ζούσε μόνος του, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει αμοιβή για τις υπηρεσίες του. “Μα με πληρώνει το Κράτος”, αναφωνούσε θιγμένος κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να τον πληρώσει. Μετά βέβαια, αγάπησε τη Μαριγώ, την κόρη του μπακάλη, και έτσι έχασε τα κυριακάτικα γεύματα, αλλά κέρδισε τον έρωτα τς ζωής του. Σύντομα έκανε και κουτσούβελα, έμεινε πια μόνιμος στο χωριό, και οι άνθρωποι έπαψαν να τον λεν ξενομερίτη. Τον πείραζαν όμως καμιά φορά, φωνάζοντας τον σώγαμπρο. Τότε γελούσε και τους έλεγε πως τα τρία από τα εφτά παιδιά που πήγαιναν σχολείο στο χωριό, ήταν δικά του, του σώγαμπρου.

Το σχολείο ήταν στην άκρη του χωριού, πέτρινο, δυο τάξεις και ένα γραφειάκι για το δάσκαλο. Η μια τάξη χρησίμευε ως αποθήκη μιας και τα παιδιά ήταν λίγα. Ο δάσκαλος, ο κύριος Ξενοφών, μιας κάποιας ηλικίας, εργένης, μετρημένος και πάντα καλοντυμένος ήταν καλοσυνάτος και υπομονετικός με τα παιδιά. Πέρα από τη σχολική ύλη, τα έπαιρνε συχνά στην εξοχή να τα διδάξει επί τόπου βοτανολογία, βιολογία, ζωολογία και άλλα. Τους μάθαινε για τα πετρώματα και τα απολιθώματα και την προϊστορία.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σ’ αυτές τις εξορμήσεις συναντούσαν τον αγροφύλακα να γυρνάει από χωράφι σε βοσκοτόπι και από μαντρί σε αγρόκτημα. Ο αγροφύλακας που έκανε χρέη και αστυνόμου, ο Δημήτρης του Νικολή, όπως τον ήξεραν στο χωριό, όχι μόνο δεν ασκούσε ουσιαστική εξουσία, αλλά έτρεχε πάντα να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη από ένα χεράκι στις δουλειές. Πότε τον έβρισκες στον έναν όταν έσφαζε γουρούνι, πότε στον άλλο όταν ήταν ο καιρός για το κούρεμα των προβάτων, άλλες πάλι φορές έκοβε ξύλα για κάποιες γιαγιάδες, που χήρες πλέον, ζούσαν μοναχές τους.

Ο παππάς, ο δάσκαλος και ο γιατρός ήταν αχώριστοι. Οι τρεις τους μαζεύονταν στο καφενείο για τσίπουρο και πρέφα σχεδόν κάθε απόβραδο. Αλλά φρόντιζαν να πηγαίνουν μια στο ένα και μια στο άλλο καφενείο, μιας και κανένας στο χωριό δεν είχε έχθρες με κάποιον άλλον. Καμιά φορά μαζί τους, έβλεπες και το αγροφύλακα. Αν δεν ήταν εκεί, τότε σίγουρα ήταν με μιαν άλλη αχώριστη τριάδα στο χωριό που την αποτελούσαν ο Πρόεδρος, ο μπακάλης και ο φαρμακοποιός.

Ο Πρόεδρος, Σωτήρης Μέτζουλας στο όνομα, ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Ένα γεγονός που εξασφάλιζε την μόνιμη εκλογή του ως προέδρου του χωριού. Κατά βάθος, ήσυχος και καλός άνθρωπος, πάσχιζε να βοηθήσει το χωριό με κονδύλια από τη Νομαρχία και την κεντρική κυβέρνηση, υποστήριζε σθεναρά τις υποθέσεις των συγχωριανών του, και το γραφείο της κοινότητας ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον τον χρειαζόταν. Το μόνο του κουσούρι ήταν το τσίπουρο, αλλά κι αυτό μόνο όταν έκλεινε η “υπηρεσία της κοινότητος” όπως επέμενε να ονομάζει το τραπεζάκι του καφενείου που χρησιμοποιούσε αντί για το γραφείο του.

Ο μπακάλης, ένας θεόρατος καλοσυνάτος γίγαντας που άκουγε στο όνομα Ηλίας, το επώνυμο Τσάμκας, ήταν ταυτόχρονα και φούρναρης του χωριού. Από κονσέρβα μέχρι σπίρτα, από ψωμί μέχρι λάδι, από σαπούνι μέχρι σοκολάτες, όλα τα είχε στο μαγαζί. Ένα διώροφο πίσω από την εκκλησιά, που κάτω ήταν μαγαζί και απάνω το σπίτι του. Πολλές φορές “ξεχνούσε” να γράψει τα βερεσέδια, πάντα είχε ένα γλειφιτζούρι για τα παιδιά και το μόνο του παράπονο ήταν που είχε μόνο μία κόρη, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, αλλά του πέρασε όταν απέκτησε εγγόνια, και μάλιστα από γαμπρό γιατρό.

Ίσως ο πιο βαρετός να ήταν ο φαρμακοποιός, αλλά μόνο γιατί δεν έπινε, δεν κάπνιζε και είχε μια ανεξήγητη μανία να πλένει συνέχεια τα χέρια του, ως και εκατό φορές την ημέρα. Φάρμακο όμως δεν αρνήθηκε ποτέ σε άρρωστο, είχε δεν είχε λεφτά. Ήταν και λόγιος, διάβαζε κάτι βιβλία, μαύρα, χοντρά δερματόδετα, γραμμένα στη καθαρεύουσα, που μόνο ο δάσκαλος και ο γιατρός θα μπορούσαν να διαβάσουν. Κι όμως, όλως περιέργως, ο Αλέξανδρος Φυκώνης, αυτό ήταν το όνομα του, αν και όλοι τον φώναζαν φαρμακοτρίτφτη, δεν έκανε πολύ παρέα με το γιατρό ή το δάσκαλο. Οι κακές οι γλώσσες λέγανε πως ντρέπεται γιατί δεν είχε τόσο “δυνατό” πτυχίο. Ποιος ξέρει άραγε.

Υπήρχαν και άλλοι πολλοί ωραίοι άνθρωποι στο χωριό, σχεδόν όλοι δηλαδή ήταν ωραίοι, αλλά που να τους απομνημονεύσει κανείς όλους; Ο Μπάμπης, ο καλλίτερος χτίστης πέτρας, ο Νίκος ο χασάπης, ο Παναής ο βοσκός, η Βαγγελιώ η μοδίστρα, η Αννούλα του Πίκουλα με τα υφαντά της και πόσοι ακόμα.

Και η ζωή περνούσε όμορφα. Απλά αλλά όμορφα. Και ήρθε το καλοκαίρι, και είχαμε και γάμο στο χωριό και όλοι περίμεναν πως και πως το γλέντι, μετά της Παναγιάς είχαν πει. Κι ένα πρωί μπήκε ένα απόσπασμα Ες Ες στη πλατεία, και κάποιοι με κουκούλες. Και μάζεψαν όλο το χωριό και ψάχναν τον Θύμιο, του κυρ Παντελή που λέγαν πως είχε βγει στο βουνό, Και τους σκότωσαν όλους, εφτά παιδιά, είκοσι πέντε άντρες και τριάντα γυναίκες και τον γιατρό, και το φαρμακοποιό και τον αγροφύλακα και τον παπά και τον μπακάλη και τους καφετζήδες. Μόνο το πρόεδρο άφησαν γιατί ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Αλλά κι αυτός, δεν άντεξε, κρεμάστηκε μόνος του από μια καρυδιά που ήταν στο κέντρο της πλατείας αμέσως με το που έφυγαν οι Ες Ες και οι κουκούλες.

Ήταν μήνας Αύγουστος, αρχές, το καλοκαίρι του 1943.

……

Μήνας Σεπτέμβρης, 2017, και οι Ες Ες ξεχύνονται πάλι στα χωριά, μόνο οι κουκούλες άλλαξαν. Τώρα πια είναι γραβάτες.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-ae

Advertisements

Χαμογελάνε τα σκουπίδια;

Αύγουστος 27, 2017 2 Σχόλια

 

Σέρνονται αργά οι ώρες, οι μέρες, οι εποχές.

Εναλλαγή κατάθλιψης και προσποιητής διασκέδασης.

Ανεκπλήρωτοι πόθοι, σβησμένα πάθη, νεκρά όνειρα.

Η σκιά της κοινωνικότητας πέφτει όλο και πιο μαύρη στα μάτια μας, στην καρδιά μας, στη ζωή μας.

Μα κυρίως πέφτει, σκοτάδι, στο μυαλό μας.

Νεκροζώντανοι.

Παραπαίουμε από στιγμή σε στιγμή, ξύνοντας την λίγδα από μια αλλότρια κανονικότητα.

Μια κανονικότητα που μας έχει αρπάξει από ο σβέρκο, από τ’ αχαμνά, από την ψυχή μας την ίδια., και μας ξετινάζει σαν πατσαβούρια ξεσκονίσματος.

Κάναμε τη ζωή μας διεκπεραίωση, ρουτίνα φυλακισμένου με λοβοτομή.

Το φαΐ μας άγευστο, τα λόγια μας ανούσια, η μουσική μας άτονη, το σεξ χωρίς πάθος, ο ύπνος κενός.

Δίχως όνειρα.

Ούτε καν εφιάλτες.

Κατασκευάσαμε νέους εχθρούς για να κρύψουμε τους φόβους μας.

Διαστρεβλώσαμε τις έννοιες για να ταιριάξουν με την δειλία μας.

Πουλήσαμε συνειδήσεις για ν’ αγοράσουμε τις αλυσίδες μας.

Νομιμοποιήσαμε το δικαίωμα στην ξεφτίλα, μη μπορώντας να κοιταχτούμε στους καθρέφτες μας.

Αλλά όσο κι αν προσπαθούμε, όσο κι αν προσποιούμαστε, όσο κι αν καλύπτουμε τους καθρέφτες μας με μακιγιάζ κανονικότητας, δεν γλυτώνουμε.

Αργά η γρήγορα θα βρεθούμε όλοι μπροστά στον πιο αμείλικτο καθρέφτη, τον πιο σκληρό κριτή.

Τα μάτια εκείνων που αντιστέκονται.

Εκείνων που στέκονται όρθιοι απέναντι στα εκτελεστικά αποσπάσματα

Εκείνων που σαπίζουν στα κελιά χωρίς να μετανοιώνουν.

Εκείνων που δίνουν τα πάντα για να μην έχουν τίποτα να τους δεσμεύει.

Εκείνων που ψάχνουν στα σκουπίδια, όχι για φαγητό, αλλά για ένα χαμόγελο.

 

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-9O

Περί φασισμού

Ιουλίου 28, 2017 1 Σχολιο

 

Ο φασισμός είναι εγγενής χαρακτηριστικό της εξουσίας.

Υπάρχει από πάντα δίπλα της, και θα υπάρχει για όσο θα υπάρχει εξουσία.

Δεν είναι απλά ένα της πρόσωπο, μια μάσκα ή μια εφεδρεία. Είναι η ίδια της η φύση. Όλα τα υπόλοιπα είναι μάσκες, εφεδρείες, ρόλοι παιγμένοι για τις ανάγκες της. Και η εξουσία μας δείχνει την πραγματική της φύση κάθε φορά που η εξουσία βρίσκεται στην επίθεση ή στην άμυνα, κάθε φορά δηλαδή που η δήθεν κοινωνική ειρήνη διασαλεύεται, για όποιον λόγο.

Και πάντα ο λόγος είναι ακριβώς αυτή η πραγματική φύση της εξουσίας, που την ωθεί στην μόνιμη προσπάθεια καθυπόταξης κάθε κοινωνικού υποκειμένου στις επιταγές της.

Η εκμετάλλευση και η φτωχοποίηση των πολλών, η αδικία και η παράλογη σπατάλη πόρων και δυνατοτήτων δεν είναι απλά ένα μέσο για τον πλουτισμό των λίγων, αλλά αποτέλεσμα της ύπαρξης της εξουσίας ως τέτοιας στις κοινωνικές μας δομές.

Σχεδόν όλες οι αναλύσεις, θεωρήματα και ιδεολογίες θεωρούν τις οικονομικές σχέσεις της κοινωνίας ως τον θεμέλιο λίθο της, αδιαφορώντας μάλλον απλοϊκά για το γεγονός πως οι οικονομικές σχέσεις είναι σχέσεις επιβολής και όχι προτίμησης.

Και η επιβολή δεν  γεννιέται από την οικονομική διαστρωμάτωση της οικονομίας αλλά το αντίθετο.

Ο φασισμός λοιπόν, όποιο κι αν ήταν το όνομα του πριν τον βαφτίσουμε έτσι, ως το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας, δεν είναι παράγωγο της εποχής, της οικονομικής κρίσης ή ακόμα και ιδεολόγημα κάποιων «κακών” που παρασέρνει αδαείς και αθώους πολίτες.

Ο φασισμός ήταν, είναι και θα είναι η ίδια η εξουσία, που όντας παράλογη, διαιωνίζει στις ανθρώπινες κοινωνίες σαν ιδεολόγημα, όλες τις βάναυσες και απάνθρωπες συμπεριφορές που είχαμε ως είδος πριν την κατάκτηση της λογικής. Συμπεριφορές που μπορεί σαν ζώα να τις είχαμε ανάγκη για την επιβίωση, αλλά ως έλλογα όντα μόνο αποτροπιασμό και αηδία μπορούν να προκαλέσουν.

Αγελαίες συμπεριφορές (θρησκείες, ομάδες, ιδεολογίες), επιβολή απόψεων με τη βία ή τον οικονομικό εκβιασμό (καταστολή, μισθωτή εργασία), λατρεία της αριστείας και της ισχύς του δυνατότερου (κοινωνικά στάτους, υπερθεμάτιση διακρίσεων βάση καταγωγής ή οικονομικής κατάστασης).

Φόβος και δέλεαρ, όπως και στα ζώα.

Έτσι πορεύεται η εξουσία.

Ο φασισμός είναι στην τελική η κατάπτωση του ανθρώπου στις πιο ζωώδεις συμπεριφορές, η άρνηση της λογικής, ο γεννήτορας κάθε πνευματικής και κατασκευαστής κάθε φυσικής αλυσίδας.

.

Short Url: http://wp.me/p2tMSd-9I

Δουλίτσα να υπάρχει.

Νοέμβριος 28, 2014 3 Σχόλια

china-economy-working-class-production-line

Διαβάζω χιλιάδες σελίδες, εκατομμύρια γραμμές, απεγνωσμένες λέξεις που προσπαθούν να εκφράσουν το ανομολόγητο. Ο παραλογισμός, η διαστρέβλωση, ο πόνος, ο θυμός, η παραίτηση.

Η αδυναμία επικοινωνίας, ίσως το πιο τραγικό όλων. Γραφικοί χαρακτήρες αναλαμβάνουν ρόλο υπερηρώων, βιάζουν τη λογική και την αξιοπρέπεια, ανακυκλώνουν το ένα και μοναδικό επιχείρημα υποταγής. Φόβος.

Αλλά ο φόβος γεννάει μίσος, το ξέρουμε καλά, το ζήσαμε πολλές φορές σαν κοινωνία, σαν άτομα. Μόνο που το μίσος αυτό, το συνηθίσαμε, το αγκαλιάσαμε, το κάναμε σημαία και ιδεολογία, το βαφτίσαμε Ασφάλεια και Σταθερότητα, το χρωματίσαμε με ευχάριστους μύθους, το κρύψαμε πίσω από το συμφέρον. Το συμφέρον το δικό μας, το ιδιωτικό, το απάνθρωπο που θέλει όλους τους ανθρώπους αναλώσιμους μπροστά στα λίγα ψίχουλα πλαστής ευημερίας μας.

Οι άνθρωποι πεινάνε, βασανίζονται, σέρνονται στο βούρκο της απαξίωσης, του αποκλεισμού, της εκμετάλλευσης. Φανατικά πιστοί του δόγματος της εξουσίας που θέλει τον άνθρωπο να είναι μόνο αν δουλεύει, πατάνε σε πτώματα για μια θέση στο κάτεργο του καπιταλισμού, αποδύονται κάθε επίφαση αξιοπρέπειας με στόχο την έστω και ελάχιστη αποκατάσταση στο πατροπαράδοτο πρότυπο του φτωχού πλην τιμίου βιοπαλαιστή, θεματοφύλακα των χρηστών ηθών και της τάξης του κόσμου. Ενός κόσμου φτιαγμένου από ηλίθιες παραδοχές και φόβο. Πολύ φόβο.

Ενός κόσμου χωρίς εμάς, αλλά με τις σκιές μας.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7X

Πρόθυμοι εθελοντές.

Νοέμβριος 8, 2014 4 Σχόλια

modern-slave

Εθελοντές ζητά πλέον και επίσημα ο καπιταλισμός για να παράξει ακόμα μεγαλύτερα κέρδη. Εθελοντές εργαζόμενους, γιατί η ανεργία είναι χειρότερη λέει. Αν πας εθελοντής, θα έχεις (ίσως) καλύτερες ευκαιρίες αύριο σου λένε, θα μετρήσει στα υπέρ σου όταν έρθει η ώρα να γίνεις και επίσημα μισθωτός σκλάβος.

Τι είναι όμως αυτό που μας εκπλήσσει;

Γιατί θεωρούμε εξωφρενικό τον όρο εθελοντής όταν μιλάμε για την εργασία μας;

Μήπως η έκπληξη πηγάζει από μια μικρή παρανόηση που κάναμε στο παρελθόν;

Και εξηγούμαι, μήπως απλά τόσα χρόνια κρύβαμε την πραγματικότητα πίσω από λέξεις-μάσκες αρνούμενοι να παραδεχτούμε την δική μας ανικανότητα;

Ονομάσαμε την εθελοδουλία μας, μισθωτή εργασία, ναι ή όχι;

Στην ουσία πάντα εθελοντές δεν ήμασταν στον κοινωνικό καταμερισμό ;

Γιατί αν έχουμε την ψευδαίσθηση πως δεν είμαστε εθελοντές, θα ρωτούσε κάποιος αν δεχόμαστε πως μας εξαναγκάζουν σε ένα σύστημα εκμετάλλευσης, και αν το παραδεχτούμε, τότε πως θα δικαιολογηθούμε;

Εθελοντές λοιπόν, εθελοντές σκλάβοι, υπήκοοι, πολίτες, συνένοχοι, εξουσιαζόμενοι, εξουσιαστές. Και μάλιστα πρόθυμοι εθελοντές οι περισσότεροι.

Με τις υγείες μας.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7S

Το φως που καίει.

Νοέμβριος 1, 2014 5 Σχόλια

study_for_the_figure_of_love_in_love_leaving_psycheΚάπου εκεί έξω, ανάμεσα στα αναρίθμητα άδεια κουφάρια υπηκόων, ζουν γυμνοί κάποιοι λίγοι που επέλεξαν να μην σκύψουν ποτέ το κεφάλι. Γυμνοί από όλες τις αρετές του συστήματος, γυμνοί από κάθε επίπλαστη εικόνα, γυμνοί κι ανοιχτοί σε κάθε προσέγγιση ανθρώπινης ύπαρξης.

Ανώνυμοι και άσημοι, πορεύονται στο δικό τους μονοπάτι για την αξιοπρέπεια. Ένα μονοπάτι με χιλιάδες εμπόδια, αλλά καθαρό από πτώματα που θα έκαναν το βάδισμα εύκολο. Τους αναγνωρίζεις συνήθως από την απουσία τους. Είναι αυτοί που λείπουν από κάθε δήθεν συνεύρεση. Είναι αυτοί που δεν ωφελούνται ποτέ. Είναι αυτοί που μόνοι δικαιώνουν τον άνθρωπο.

Δεν προσφέρουν καμία ελπίδα, δεν πουλάνε ποτέ υποσχέσεις, δεν διεκδικούν ποτέ αναγνώριση, δεν κλαίνε ποτέ. Μόνο τραγουδάνε τραγούδια της ζωής, ζωγραφίζουν στους τοίχους το μέλλον μας, βάφουν την άσφαλτο με το αίμα τους.

Αν τύχει ποτέ κι αγγίξεις έναν απ’ αυτούς, ίσως μπορέσεις να κλέψεις λίγο από το γέλιο τους. Άλλες φορές πάλι, νιώθεις την άγρια χαρά του χορού τους πάνω στα θαμπωμένα κάτοπτρα της στρεβλής πραγματικότητας ενός τελειωμένου κόσμου. Κι αν τύχει και σ’ αγκαλιάσει κάποιος απ’ αυτούς, μπορεί και να εξαϋλωθείς στη συλλογικότητα που λέγεται Άνθρωπος.

Μόνο πρόσεξε, αν τύχει και δεν αντέξεις, αν φοβηθείς, θα πέσεις ακόμα πιο βαθιά στο βούρκο των ψευδαισθήσεων, θα γίνεις ακόμα πιο άδειο κουφάρι. Τότε θα τους μισήσεις βαθιά, θα τους εκδικηθείς με μανία, θα τους σκοτώσεις. Γιατί το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να κάνει κανείς σε ένα άδειο κουφάρι, είναι να του δείξει τη ζωή.

Γι’ αυτό, το νου σας. Να προσέχετε τις συναναστροφές σας. Αν δεν αντέχετε το φως, καλύτερα να μένετε στα σκοτάδια.

Γιατί το δικό τους φως, καίει.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7O

Παραίτηση

Οκτώβριος 28, 2014 6 Σχόλια

givingup

Σέρνονται οι μέρες σου, σκουλήκια σαρκοβόρα, σε μια διαδοχή πόνου και παραίτησης.

Τυφλά συναισθήματα αγκαλιάζουν το είναι σου, σάβανα μιας αόριστης παραίσθησης.

Γιορτές, επέτειοι, γλέντια ακολουθούν τον προγραμματισμό του αποδεκτού. Κενές παρουσίες στον βωμό της συνήθειας, στείρες επαφές, ανίκανες να επικοινωνήσουν, μάσκες ανέκφραστες.

Οι οθόνες κρατούν μονάχα εικόνες επίπλαστες, στα ραδιόφωνα μάντεις, προφήτες και κήρυκες, ανάμεσα σε τραγούδια κονσέρβας. Τα τηλέφωνα σιώπησαν, βουβές αποδείξεις κακών μαντάτων για κάποιους που λέγονταν “φίλοι” σου.

Το παιδί πεινάει όλο και πιο συχνά πλέον. “Τελειώνει το ψωμί, μαμά”. Και κάθε φορά διαμαρτύρεται και λιγότερο. Όχι, δεν καταλαβαίνει, απλά κουράστηκε. Σύντομα θα γίνει κι αυτό σαν κι εσένα.

Πρωινό ξύπνημα, βλέμμα στο κενό, ολοήμερη αναμονή. Περιμένεις. Τι άραγε;

Σκιές προσποιούνται ανθρώπους, σκιές που πασχίζουν να γίνουν ένα με το σκοτάδι. Σκιές που βολεύονται στα ψίχουλα που θα αρπάξουν από τα ψίχουλα του δίπλα τους. Σκιές που ανοίγουν τις πόρτες σε πανάρχαια τέρατα, αρκεί να κερδίσουν ένα κομμάτι από το χρόνο. Σκιές που φοβούνται το φως.

Σηκώνεσαι απ’ όπου κι αν κάθεσαι, απλά και μόνο για να κάτσεις πιο δίπλα. Να κάτσεις. Να περιμένεις. Να υπάρξεις για λίγο ακόμα. Λίγο ακόμα. Λίγο.

Η πείνα, η δίψα, ο έρωτας, αυτόματες ανάγκες για διεκπεραίωση. Δεν βλέπεις, δεν ακούς, δεν μυρίζεις, δεν αγγίζεις τίποτα. Τα πάντα περιστρέφονται σε μια σφαίρα αδιαφορίας, μιας ουδέτερης επαφής με το τώρα. Ανίκανα να γεννήσουν συναίσθημα, όλα παράγουν κενές υποσχέσεις μιας ανούσιας ύπαρξης, ενός εθελοντικού εγκλεισμού. Δεσμώτης της συνήθειας, της διεκπεραίωσης.

Και το τηλέφωνο βουβό, οι οθόνες κενές. Πονάει, αλλά όχι πια όπως πρώτα. Πονάει μουντά, συνεχόμενα, υποφερτά. Τόσο υποφερτά που ποτέ, μα ποτέ, δεν θα ξεφύγεις.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7K

Κατηγορίες:Φόβος, κοινωνία
Αρέσει σε %d bloggers: