Αρχείο

Archive for the ‘Κρατητήρια’ Category

Προσφεύγοντας

Μαρτίου 21, 2016 3 Σχόλια

refugees-family-barbed-wire-dpc.jpg

 

Δεν έχει ο Ξένος Ιθάκη να γυρέψει

το ταξίδι του αβέβαιο, σκοτεινό

ξένος και μιαρός για πάντα θα φαντάζει

όπου βρεθεί θα φύγει τρομαγμένος

ή θα κλειστεί σε φράχτες καθαρούς

από τους ντόπιους ευγενείς της λάσπης.

 

Τι κι αν προσφεύγει Ικέτης στο Ναό;

Άδειο κουφάρι είναι πλέον, μάρμαρα γυμνά

ξεχάστηκε ο Θεός που ζούσε εδώ

τώρα λατρεύεται η ησυχία, το εγώ

και στον δικό μας τον ζυγό ζωσμένοι

Ικέτες δεν αντέχουμε κοντά μας.

 

Χιλιάδες οι νεκροί, χιλιάδες άταφοι

ο τόπος όλος μιαν αποφορά

σαπίλα εκτός κι εντός του κόσμου

φεύγει ο Ικέτης, δεν θα βρει εδώ

κανέναν ζωντανό να τον μαζέψει

πτώματα όλοι, μούμιες, νεκρά εκθέματα.

.

ShorUrl: http://wp.me/p2tMSd-8o

Advertisements

Μικρές ιστορίες από τα κρατητήρια (2) – Με τα δόντια

Μαρτίου 25, 2015 5 Σχόλια

Featured image

Κάποια στιγμή ήρθε ένας φρουρός και άνοιξε την πόρτα ώστε να πάμε ένας ένας στην τουαλέτα. Η κινέζα πήγε πρώτη, αμίλητη και ντροπαλή. Μετά πήγε η τσιγγάνα, γελώντας και όλο σκέρτσο. Πριν βγει, γυρνάει και μου λέει, «αν αντέχεις, μην πας ακόμα, θα κολλήσεις τίποτα από τη βρώμα». Γύρισε σχεδόν αμέσως, «μόνο το πρόσωπο μου έβρεξα», είπε, «δεν κάθομαι εκεί να κατουρήσω, θα κρατηθώ μέχρι τα δικαστήρια».

Ο φρουρός την κοίταξε ειρωνικά και αφού γέλασε μόνος του, μουρμούρισε «κοίτα που έχουν και απαιτήσεις». Η τσιγγάνα, που το άκουσε, γυρίζει και του απαντά, «πρέπει κύριε αστυνόμε μου να πάθουμε αρρώστια γιατί πουλάγαμε λίγες μπλούζες για να φάμε ψωμί;».

«Να φάτε» της απαντά ο φρουρός, «να φάτε, αλλά να πάτε να δουλέψετε για να φάτε». «που να δουλέψουμε;», του αντιγυρίζει, «δεν υπάρχουν δουλειές, μακάρι να είχαμε δουλειά». «Δεν υπάρχουν δουλειές ε; Δεν υπάρχουν δουλειές λες. Εμ βέβαια, αφού πήξαμε από σας». Εκείνη τη στιγμή ήμουν έτοιμος να επέμβω με μια ερώτηση αλλά δεν πρόλαβα. Ο φρουρός τσαντισμένος συνέχισε, «να πάτε στα χωράφια ρε, να σκάψτε τα χωράφια». «Εγώ έχω πάει, αλλά δεν μας έδιναν σωστά εργαλεία, πολύ κουραστικό και τα λεφτά λίγα» πετάχτηκε ένας ηλικιωμένος. «Θα έχουμε και φρέζα;» ρωτάει η τσιγγάνα τον φρουρό περιπαιχτικά. «Κοίτα κάτι μούτρα ρε που θέλουν και φρέζα, κοίτα ρε» χαχάνησε αυτός.

«Δώστε μας την γη, να τη δουλέψουμε ελεύθεροι, χωρίς επιστάτες και σκυλιά, και θα πάμε» ακούστηκε ξαφνικά από το βάθος του κελιού. Ένας σαραντάρης, σαρανταπεντάρης το πολύ, κοκαλιασμένος και σε άθλια κατάσταση, μάλλον αλβανός, δεν έμαθα ποτέ. Και συνέχισε «δώστε μας τη γη να τη δουλέψουμε για μας, και αν χρειαστεί, με τα χέρια θα τη σκάψουμε, δεν θέλουμε μηχανήματα, με τα χέρια»

Ο φρουρός μας κοίταξε όλους απαξιωτικά, έκλεισε την πόρτα και γύρισε να φύγει.

«Με τα δόντια αν χρειαστεί» πετάχτηκε επίτηδες δυνατά ένα παλληκάρι μαύρο, «και με τα δόντια θα τη σκάψουμε, αλλά να τρώμε φαί, όχι ξύλο». Ο φρουρός είχε ήδη φύγει. «Και με τα δόντια», μουρμούρισαν κάποιοι άλλοι. Σιωπή για λίγο.

«Και με τα δόντια» σκέφτηκα κι εγώ.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-8k

Μικρές ιστορίες από τα κρατητήρια (1)  – Η Ντροπή.

Μαρτίου 24, 2015 4 Σχόλια

Featured image

Στο ΑΤ Ομόνοιας, έφτασα σιδηροδέσμιος στις 7 το πρωί. Με πέταξαν σε ένα κελί που στοιβάζονταν καμιά δεκαριά υπάρξεις, οι περισσότερες εκείνη την ώρα ακόμα κουκουλωμένες με βρώμικες κουβέρτες. Εκεί θα περίμενα μέχρι να μας πάνε στα δικαστήρια, αφού πρώτα θα μας πέρναγαν από τη σήμανση για φακέλωμα.

«Καλημέρα», μου χαμογέλασε, ένας ηλικιωμένος που ήταν όρθιος και περπατούσε πάνω κάτω σχετικά ήρεμα. «Καλημέρα» του απάντησα, η αλήθεια είναι κάπως κουρασμένος. Μου χαμογέλασε ξανά. «Αν θες τσιγάρο» μου είπε, «περίμενε λίγο να ξυπνήσει η κοπελιά», δείχνοντας μου έναν ανθρώπινο μπόγο κουλουριασμένο στη γωνία. «Έχω, ευχαριστώ» του είπα, και μηχανικά έβγαλα το πακέτο ανάβοντας ένα. Έκανα να το ξαναβάλω στην τσέπη μου όταν συνήλθα και αμέσως του αντιπρότεινα «θες εσύ ένα;» ενώ παράλληλα του πρόταξα το ανοιχτό πακέτο. «Δεν καπνίζω» μου απάντησε «σ’ ευχαριστώ».

Μείναμε για λίγο σιωπηλοί, αυτός περπατώντας πάνω κάτω και εγώ αρχίζοντας πλέον να συνειδητοποιώ τον χώρο καλλίτερα. Μια κοπέλα από την Κίνα, καθόταν σφιγμένη δίπλα στην πόρτα, αμίλητη. «Καλημέρα» της είπα αλλά δεν μου απάντησε, μόνο μου χαμογέλασε ευγενικά αλλά σφιγμένα. «Περιμένει 2 ώρες να μας ανοίξουν να πάει τουαλέτα» μου λέει ο ηλικιωμένος, που τελικά ήταν Αλβανός. «Μα τώρα άνοιξαν» του λέω κοιτάζοντας και τους δύο, «για να βάλουν εμένα μέσα, γιατί δεν πήγε;». «Δεν μας αφήνουν έτσι, πρέπει να πάμε όταν θέλουν αυτοί, με συνοδεία» και το «αυτοί» ακούστηκε σαν ό,τι χειρότερο που μπορούσε να σου συμβεί.

Λίγο αργότερα, άρχισαν να ξυπνούν και άλλοι, μαζί τους και μια χαρούμενη κοπελιά, τσιγγάνα όπως μου είπε, από την Αλβανία. Ξύπνησε με ένα χαμόγελο σαν την ανατολή του ήλιου και  άρχισε αμέσως να ρωτά. «Από που είσαι εσύ;» «Γιατί σε πιάσανε;» «θέλεις τσιγάρο;» και σχεδόν σε μιαν ανάσα με όλα αυτά «έλληνας είσαι;». Η καρδιά μου πάγωσε στην τελευταία ερώτηση. Τις περασμένες δύο νύχτες ήμουν σε κάτι βρωμερά κελιά στο ΑΤ Εξαρχείων, μόνος μου, με μόνη συντροφιά ζωγραφιές και ονόματα χαραγμένα στους τοίχους. Τα πιο πολλά ήταν του στυλ, «η ελλάδα είναι σκατά», «fuck greece», «στο ελαδα πεθαίνω» (sic) και άλλα τέτοια. Με μια πρωτόγνωρη ντροπή, απάντησα «ναι, έλληνας είμαι». Κράτησα την αναπνοή μου για λίγο. Πίστεψα πως πλέον θα είμαι απομονωμένος, πως θα με φοβηθούν. Πως να κουβαλήσω τον τίτλο Έλληνας, όταν είναι αυτό ακριβώς που τους έχει τσακίσει; Παρατηρούσα το πρόσωπο της με αγωνία, «τώρα θα μου γυρίσει την πλάτη» σκέφτηκα.

Ο ηλικιωμένος αμέσως μπήκε στη κουβέντα «μπορείς να διαβάσεις λίγο το χαρτί που έδωσαν στο κορίτσι» μου λέει, και έκανε νόημα προς την κοπέλα από την Κίνα. «Ναι, ναι», μου πετάει το η τσιγγάνα, «διάβασε το, γιατί εμείς δεν καταλαβαίνουμε» και αμέσως μου έφυγε ο φόβος της απομόνωσης. Πήρα την κλήση και διάβασα: «Στην οδό Αθηνάς συνελήφθη η ……… έχοντας στην κατοχή της 4 ρολόγια, 10 αναπτήρες και 7 φακούς» πρόστιμο πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €)». Σταματώ, περιμένω αντιδράσεις. Τίποτα.

«Μάλιστα», λέει σε λίγο ο ηλικιωμένος, «και μένα με δύο ζευγάρια παπούτσια με έπιασαν». «Εμένα με τέσσερις μπλούζες» πετάγεται η τσιγγάνα, «πέντε χρόνια απέλαση θα φάω, και πρόστιμο. και τα παιδιά μου;». Σιωπή. Μια φωνή από το βάθος συμπλήρωσε. «Είμαστε όλοι ξυπόλητοι». Θυμήθηκα το σύνθημα στους τοίχους. «Η δικαιοσύνη είναι σαν το φίδι, δαγκώνει μόνο τους ξυπόλητους» Για λίγο κανείς δεν μιλούσε. Μέχρι που ακούστηκε το χτύπημα της πόρτας. Η Κινέζα χτυπούσε μαλακά, σχεδόν φοβισμένα, για να της ανοίξουν να πάει τουαλέτα. «Δεν ακούει» μας είπε, με τν απόγνωση να ζωγραφίζεται δραματικά στο πρόσωπο της. Πήγα στην πόρτα και την κοπάνησα με δύναμη, παρατεταμένα. Πήρε λίγα λεπτά και ένα αγριεμένο πρόσωπο μπάτσου ήρθε στο παραθυράκι. Με κοίταξε με θράσος, «τι τρέχει;» μου γαυγίζει. «Η κυρία έχει ανάγκη να πάει την τουαλέτα» του λέω, και κάνω ένα βήμα πίσω να δείξω την κινέζα. Την κοιτάζει για λίγο, χαμογελά υποτιμητικά, κοιτάζει ξανά εμένα και μου λέει, «Είσαι απ’ αυτούς που συγκινούνται με τα ζώα ε; Μετάφρασε της αυτό λοιπόν: «κατουρήσου επάνω σου ρε βρωμόζωο» και κλείνει με βρόντο το παραθυράκι.

,

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-8g

Αρέσει σε %d bloggers: