Αρχείο

Archive for the ‘Κομμουνισμός’ Category

#Syriza_xeftiles

Απρίλιος 3, 2016 2 Σχόλια

tsipras-kammenos (1)

 

Είναι εκπληκτική η άνεση με την οποία οι όψιμοι εξουσιαστές μας παρουσιάζουν την δική τους ανάλγητη δίψα για εξουσία και προσωπικό όφελος για προτιμότερη από των «άλλων». Μια διαχρονική τακτική όλων των κατά καιρούς νεόκοπων κυβερνητικών, που δυστυχώς ακόμα έχει απήχηση στις μάζες των επίσης διαχρονικά εθελόδουλων «πολιτών». Αυτό που όμως είναι στ’ αλήθεια συγκλονιστικό, είναι ο βαθμός της αλαζονείας με την οποία το πράττουν, αλλά και η τεράστια απόσταση που διανύουν σε ελάχιστο χρόνο, μεταθέτοντας εαυτόν από τις προηγούμενες πολιτικές τους θέσεις σε όλο και πιο ακραία αντίθετες.

Η υιοθέτηση μιας ουσιαστικά φασιστικής και ρατσιστικής πολιτικής από πρώην «αριστερούς», δεν θα μπορούσε να γίνει σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (15 μήνες συγκυβερνούν με την ακροδεξία των ψεκασμένων) κάτω από τις συνηθισμένες διεργασίες πολιτικού μετασχηματισμού ενός σοσιαλιστικού σχηματισμού σε καθαρό αστικό κυβερνητικό κόμμα. Οι συνθήκες είναι απαιτητικές και οι συσχετισμοί λιγότερο ευέλικτοι απ’ ότι παλαιοτέρα, όπως για παράδειγμα το 1981, με τον μετασχηματισμό του ΠΑΣΟΚ σε κόμμα υπόδειγμα λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου.

Η υποταγή στα Ευρωπαϊκά κελεύσματα, η διαπλοκή με την εγχώρια ελίτ, και η συγκυβέρνηση με την ακροδεξιά, επιταχύνουν την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε μια λίγο πιο χαλαρή Νέα Δημοκρατία. Η κρίση, το προσφυγικό αλλά και η τεράστια πείνα των πρώην αριστερών για καρέκλες και ζεστό χρήμα, ξεβρακώνουν καθημερινά την υποκρισία τους.

Το μόνο που τους σώζει ακόμα από την «λαϊκή μήνη» είναι η επική ανικανότητα των απέναντι αλλά και η εξαιρετική χρήση της προπαγάνδας και της προβοκάτσιας, κάτι που έχουν διδαχθεί άριστα στα τόσα χρόνια της καριέρας μέσα στον αέναο κύκλο διασπάσεων, λασπολογίας, ρουφιανιάς και διαστρέβλωσης που επιδίδονταν για την επικράτηση στο αριστερό πεδίο.

Η δημοκρατία και ιδιαίτερα η αντιπροσωπευτική της εκδοχή, χρησιμοποιούσε την εναλλαγή στην εξουσία ως περιοριστικό μέσο στην διαφθορά. Έτσι τουλάχιστον διατείνονταν οι δημοκράτες. Η πραγματικότητα βέβαια έδειξε πέραν αμφιβολίας, πως η εξουσία δεν ασκείται από τους αιρετούς αλλά από τους κραταιούς του χρήματος. Οι αιρετοί, απλοί διαχειριστές μιας στημένης πραγματικότητας, απλά αποτελούν το προπέτασμα αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τους πραγματικούς της εξουσιαστές, ώστε σε κάθε περίπτωση αυτοί να μένουν αλώβητοι.

Η μόνη συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ στην ιστορία, είναι πως κατέδειξε με την στάση του την ματαιότητα της ελπίδας μιας δημοκρατικής αριστερής λύσης.

Το ουσιαστικά απογοητευτικό όμως είναι πως ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται αριστεροί, προοδευτικοί, ριζοσπάστες και λοιπά ευφυολογήματα, αλλά δεν αντιλαμβάνονται πως εν τέλει κάθε εξουσία τείνει νομοτελειακά στην φασιστοποίηση. Πως κάθε άνθρωπος που θα έρθει σε επαφή μαζί της, αναγκαστικά θα υποκύψει στο δέλεαρ της, και θα διαφθαρεί σταδιακά η αμέσως σε βαθμό ολοκληρωτικό.

Δυστυχώς, οι πολλοί δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για το χρώμα του σανού που τους ταΐζουν.

Καλή μας χώνεψη.

.

ShortUrl: https: http://wp.me/p2tMSd-8C

.

 

 

Αναρχοκομουνιστικός Συνδικαλισμός ή Ρεφορμισμός;

Δεκέμβριος 10, 2012 32 Σχόλια

Malatesta

Σε μια περίοδο κρίσης είναι λογικό να εντείνονται οι κοινωνικές αντιθέσεις. Μέσα σε μια τέτοια περίοδο είναι ακόμα πιο λογικό να γίνονται ακόμα πιο επίκαιρες όλες οι επαναστατικές θεωρήσεις που προϋπάρχουν μέσα στο κοινωνικό σύνολο.

Η αναρχική θεώρηση, σαν γνήσια επαναστατική τάση μέρους του επαναστατικού υποκειμένου, δεν θα μπορούσε να λείψει από την πρώτη γραμμή αντίστασης και πάλης για την προώθηση της κοινωνικής επανάστασης και την δημιουργία εκείνων των συνθηκών ελευθερίας για το σύνολο της κοινωνίας να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις αξιών και συμβίωσης των ανθρώπων. Το πρόταγμα των ελεύθερων και μη καταπιεστικών σχέσεων συμβίωσης, η ανάγκη για την απόλυτη ατομική και συλλογική ελευθερία, η κατάργηση του Κράτους, της ιδιοκτησίας   της όποιας ανταλλακτικής οικονομικής σχέσης, η αυτοοργάνωση και η αυτοδιάθεση κάθε κοινότητας και συλλογικότητας είναι κάποια από τα κύρια χαρακτηριστικά της αναρχικής θεώρησης.

Η πολυφωνία και η πολυτασικότητα του αναρχικού χώρου αν και απολύτως υγιές φαινόμενο, δεν πρέπει να διολισθαίνει στην ισοπέδωση και στην λάθος ταυτοποίηση των διάφορων τάσεων με την βασική αναρχική θεώρηση.  Η αυτοανακήρυξη πολλών και διαφόρων ιδεολογικών ρευμάτων σε αναρχικές, αποτελεί τουλάχιστον παγίδα και κυρίως αποπροσανατολισμό στην κινηματική δράση του αναρχισμού. Η Αναρχία δεν είναι ιδεολογία. Πολλοί από τους «συντρόφους» δεν είναι παρά ελευθεριακοί κομμουνιστές ή ακόμα χειρότερα Μαρξιστές που κρύβουν πίσω από το αναρχικό πρόταγμα τις εξουσιαστικές τους τάσεις.

Ας πάρουμε τον σημερινό αναρχοσυνδικαλισμό στην Ελλάδα για παράδειγμα, που θεωρεί πως πρέπει να παλεύει για εργατικά δικαιώματα, βελτιώσεις, παροχές και πως η οργάνωση πάλης του σήμερα, ο συνδικαλισμός, πρέπει να είναι και το μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας αύριο. Ο συνδικαλισμός, θεσμός ανάγκης της εργατικής πάλης μέσα στον καπιταλισμό, είναι φύσει καπιταλιστικό μοντέλο όμως. Βασίζεται στην σχέση εργοδότη – εργαζόμενου και μόνο σ’ αυτή. Που τον χρειάζεται λοιπόν μια κοινωνία χωρίς εργοδότες; Μόνη περίπτωση που μπορώ να φανταστώ θα ήταν η σχέση εργάτη – κράτους, αλλά τότε δεν μιλάμε για αναρχική σκέψη αλλά για μαρξιστική. Είναι τουλάχιστον ατόπημα η παραδοχή πως μπορεί να υπάρξει συνδικαλισμός σε μια αυριανή κοινωνία που δεν έχει αφεντικά, είτε ιδιώτες είτε γραφειοκράτες. Σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας δεν μπορεί οι άνθρωποι να μοιράζονται σε ομάδες συμφερόντων, αλλά μόνο το συνολικό κοινοτικό συμφέρον μπορεί να είναι αντικείμενο κοινωνικών διεργασιών και μόνο αν εξασφαλίζεται ο σεβασμός στην ατομική ελευθερία και την ελευθερία κάθε μειονότητας. Επίσης, η λογική των συνδικαλιστών περί εργασιακής ηθικής και εργατικής ταυτότητας δεν έχει καμιά θέση σε μια κοινωνία που εργασία δεν αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης, ούτε αυτοσκοπός ζωής, αλλά εκλαμβάνεται μόνο ως εθελοντική προσφορά στην κοινότητα, σε απόλυτα ελεύθερη σχέση χρόνου και παραγόμενου αποτελέσματος. Κάθε μορφή «αναγκαστικής» εργασίας, απλά αποτελεί την βάση κάθε εξουσίας που τόσο αποστρέφεται κάθε αναρχικός.

Επίσης, η εμμονή των συντρόφων συνδικαλιστών στον παρωχημένο και αστικό ορισμό της εργατικής τάξης που έδωσε ο Μαρξ όπου τα όρια των τάξεων είναι δομημένα σαφώς πάνω στα συμφέροντα των αστών και που ο αυστηρός διαχωρισμός των λούμπεν, άνεργου, προλετάριου, αγρότη, ελεύθερου επαγγελματία, μικροπαραγωγού οδηγεί αναγκαστικά σε περιχαράκωση. Οδηγεί όμως και σε πρακτικές καθαρού ρεφορμισμού όπως πολύ εύστοχα έχει διατυπώσει ο Μαλατέστα στο «Ρεφορμισμός» απ’ όπου και το απόσπασμα: «πολύ συχνά οι μεταρρυθμίσεις που προτιμούν είναι εκείνες που, όχι μόνο φέρνουν αμφίβολα άμεσα ωφελήματα, αλλά και εξυπηρετούν την παγίωση του υφιστάμενου καθεστώτος και δημιουργούν στους εργάτες ένα κατεστημένο συμφέρον απ’ τη συνεχιζόμενη ύπαρξη του.  Όπως λόγου χάρη, οι κρατικές συντάξεις, τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης καθώς επίσης και τα προγράμματα συμμετοχής στα κέρδη στις αγροτικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις κλπ.»

Ακόμα και οι της CNT στην Ισπανία, μια συνδικαλιστική ένωση που ποτέ δεν έκρυψε τον Αναρχοκομμουνιστικό της χαρακτήρα και που χρησιμεύει σαν σημείο αναφοράς για πολλούς από τους σημερινούς συντρόφους, είχε ξεκάθαρα αφήσει κάθε ρεφορμιστική πολιτική πίσω της, για την ακρίβεια ποτέ δεν την υιοθέτησε. Δεν διαπραγματευόταν ποτέ με τα αφεντικά για τις συνθήκες εργασίας και τα μεροκάματα, δεν διατηρούσε ποτέ κεφάλαια για ενίσχυση απεργών, εν ολίγοις δεν έγινε ποτέ κοινωνικός εταίρος των αφεντικών. Η CNT απαιτούσε τον άμεσο έλεγχο και εκμετάλλευση των μονάδων παραγωγής από τους εργάτες τους και της γης από τους αντίστοιχους εργάτες γης. Επίσης, σαν μόνο τρόπο κοινωνικής επανάστασης αποδεχόταν την άμεση δράση, απεργίες, δολιοφθορές, απαλλοτρίωση, ένοπλη εξέγερση. Σε φυλλάδιο της CNT-FAI της εποχής διαβάζουμε: «Οι CNT και FAI καλούν τον καθένα στην ένοπλη επανάσταση. Η ώρα της επανάστασης έχει φτάσει και η στιγμή είναι τώρα. Είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τον αναρχοκομμουνισμό πραγματικότητα.»

Οι σημερινοί σύντροφοι λοιπόν που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχοσυνδικαλιστές, σε ποιον συνδικαλισμό αναφέρονται; Σε αυτόν που εργαλειακά χρησιμοποίησαν οι αναρχοκομουνιστές στην Ισπανία ή στον  ρεφορμιστικό συνδικαλισμό του σήμερα; Στην πρώτη περίπτωση είναι αναρχοκομμουνιστές, δηλαδή Μαρξιστές που διαχώρισαν τη θέση τους από την μπολσεβίκικη θέαση του κομουνισμού όχι όμως από τις παραδοσιακές μαρξιστικές αντιλήψεις περί εξουσίας, στη δεύτερη, απλά περιχαρακώνουν το κίνημα στα στενά πλαίσια μιας «αστικής» θεώρησης των τάξεων, και άθελα τους οδηγούν σε ένα διαφορετικό είδος «μεταρρύθμισης» από αυτό που θέλουμε σαν αναρχικοί. Για να δανειστώ λίγο τα λόγια του Μαλατέστα «Επανάσταση σημαίνει, με την ιστορική έννοια της λέξης, ριζική αναμόρφωση των θεσμών που πετυχαίνεται γρήγορα με τη βίαιη εξέγερση του λαού ενάντια στην υφιστάμενη εξουσία και στα προνόμια¨ κι είμαστε επαναστάτες κι εξεγερμένοι, γιατί δεν θέλουμε απλώς να βελτιώσουμε τους τωρινούς θεσμούς, αλλά να τους καταστρέψουμε εντελώς, καταργώντας κάθε μορφή, κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο και κάθε είδος παρασιτισμού πάνω στην ανθρώπινη εργασία, κι επειδή θέλουμε να το πετύχουμε αυτό όσο το δυνατό πιο γρήγορα και επειδή πιστεύουμε ότι οι θεσμοί που γεννήθηκαν απ’ τη βία διατηρούνται με βία και δεν θα υποκύψουν παρά μόνο μπροστά σε μια ισοδύναμη βία…»

Αυτή όμως η απόλυτη καταστροφή των θεσμών της σημερινής κοινωνίας, βάζει σε σκέψεις πολλούς συντρόφους, που επηρεασμένοι από μια επίπλαστη μαρξιστική ηγεμονία στο θεωρητικό επίπεδο, πέφτουν εύκολα θύματα μιας δήθεν ελευθεριακής προσέγγισης και ελαφρά τη καρδία, αρχίζουν να χτίζουν μοντέλα και εγχειρίδια χρήσης για την κοινωνία του αύριο. Ένα παράδειγμα είναι το παραπάνω με το συνδικαλιστικό μοντέλο, και είναι δηλωτικό της σύγχυσης που επικρατεί ως το προς τι είναι τελικά η Αναρχία.

Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή. Κάθε επαναστατικό υποκείμενο, οφείλει να προωθεί την επανάσταση σε κάθε φάση της κοινωνικής εξέλιξης. Είναι φύση της Αναρχίας η επανάσταση και χωρίς αυτή δεν νοείται καμιά αναρχική θεώρηση. Ο επαναπροσδιορισμός των τάξεων μέσα από μια επαναστατική οπτική είναι απαραίτητος για την ίδια την επανάσταση που σκοπό έχει την εξάλειψη των τάξεων. Ως αναρχικοί θα έπρεπε να σκεφτόμαστε αταξικά και όχι στα στενά πλαίσια των τάξεων, και μάλιστα έτσι όπως ορίστηκαν αυτές σχεδόν διακόσια χρόνια πριν.

Η μετεξέλιξη του Καπιταλισμού, ειδικά στις δυτικές οικονομίες, αναγκάστηκε σχεδόν να εξαφανίσει την παραδοσιακή έννοια του βιομηχανικού εργάτη / προλετάριου. Φαινόμενα όπως αυτό ενός μέλους της εργατικής τάξης, που λόγω των πρόσκαιρων παραχωρήσεων που για δικούς τους λόγους έκαναν σε μια ιστορική περίοδο οι καπιταλιστές, βρέθηκε με σχετική οικονομική άνεση και έντονα διεστραμμένη ταξική συνείδηση, δεν είναι πλέον μειοψηφικά στους κόλπους της κοινωνίας μας. Μικροϊδιοκτήτες και αυτεπάγγελτοι, που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη κατά την παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη, βρίσκονται συχνά σε δυσμενέστερη οικονομική θέση από τον εργάτη/υπάλληλο. Επίσης δεν μπορούμε να αρνηθούμε το δικαίωμα κάποιου να τρέφει τον πόθο και την ετοιμότητα για την επανάσταση, άσχετα με την κοινωνική του κατάταξη.

Ο κοινωνικός μετασχηματισμός και η διάχυση των συνειδήσεων μεταξύ των πρότερα ξεκάθαρα ορισμένων κοινωνικών τάξεων, η όλο και πιο ασαφής κοινωνική διαστρωμάτωση και η επί έτη συνεχόμενη αλλοτρίωση της ατομικής συνείδησης από τον άκρατο καταναλωτισμό οδηγεί αναγκαστικά στην παραδοχή της ανάγκης μιας επανατοποθέτησης του επαναστατικού υποκειμένου απέναντι στις παραδοσιακές ταξικές αναφορές. Μπορούμε πλέον να διακρίνουμε μόνο δύο τάξεις που συνυπάρχουν αντιμαχόμενες στο κοινωνικό πλαίσιο. Δύο κύριες κοινωνικές τάξεις, την άρχουσα ή καπιταλιστική τάξη και την αντίθετη σ’ αυτή τάξη των ανθρώπων που βιώνουν την εκμετάλλευση.  Η δεύτερη μοιράζεται σε δυο υποσύνολα, σε αυτό των ανθρώπων  που παλεύουν για την κατάργηση των τάξεων και σ’ αυτό εκείνων που συνιστούν την παθητική ή ακόμα και ενεργή επαναστατική αντίδραση και συνειδητά ή ασυνείδητα τάσσονται υπέρ του συστήματος. Η τάξη που παλεύει για την ελευθερία και την ισότητα είναι η επαναστατική τάξη, και έχει ασαφή οικονομικά και ιδεολογικά όρια, αλλά κατέχει συγκεκριμένη συνείδηση της θέσης της μέσα στο ιστορικό και οικονομικό γίγνεσθαι. Φυσικά και η μεγάλη βάση αυτή της τάξης είναι οι εργαζόμενοι, αλλά όχι πλέον με την στενή έννοια του προλετάριου, αλλά κάθε ανθρώπου που αναγκάζεται να ανταλλάσσει τον παραγωγικό του χρόνο για τα απαραίτητα προς το ζην. Η κοινωνική εξέλιξη και η ώθηση πολλών ανθρώπων να επενδύσουν σε μικρές παραγωγικές μονάδες, συχνά οικογενειακές ή ολιγομελείς επιχειρήσεις, ενώ σαφώς αποτελούν εν δυνάμει εφαλτήριο για την αναρρίχηση στο καπιταλιστικό σύστημα σαν εκμεταλλευτές κερδοσκόποι, τις περισσότερες φορές δεν εξασφαλίζουν καμιά ουσιαστική οικονομική διαφορά από έναν απλό μισθωτό. Η ταξική τους προέλευση αλλά και η ταξική τους συνείδηση δεν είναι αυτομάτως αστική, αλλά τις περισσότερες φορές παραμένει έντονα εργατική. Η a priori τοποθέτηση τους λοιπόν στις τάξεις του ταξικού εχθρού, μάλλον δίκη προθέσεων είναι παρά πολιτική θέση καθαρότητας. Γιατί δεν αρκεί να έχεις ταξική συνείδηση, πρέπει να είναι και επαναστατική. Και η επαναστατική συνείδηση, δεν μπορεί να είναι ίδιον μόνο της εργατικής τάξης, αλλά κάθε καταπιεσμένου ανθρώπου.

Σαν συνειδητά μέλη λοιπόν της επαναστατικής τάξης, οφείλουμε να προτάσσουμε πάντα την επανάσταση, και θα αφήσω πάλι τον Μαλατέστα να συνεχίσει τον προηγούμενο συλλογισμό του «…Αλλά η επανάσταση δεν μπορεί να γίνει μόλις τη θέλει κανείς. Μήπως θα πρέπει να παραμείνουμε αδρανείς, να περιμένουμε να ωριμάσει η κατάσταση με τον καιρό; Κι ακόμα και μετά από μια πετυχημένη εξέγερση, θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε, μέσα σε μια νύχτα, όλες μας τις επιθυμίες και να περάσουμε από μια κρατιστική και καπιταλιστική κόλαση σ’ έναν αντιεξουσιαστικό-κομμουνιστικό παράδεισο, που είναι η πλήρης ελευθερία του ανθρώπου μέσα στα πλαίσια της επιθυμητής κοινότητος των συμφερόντων όλων των ανθρώπων; Αυτές είναι αυταπάτες που μπορεί να ριζώσουν ανάμεσα σε εξουσιαστές, που βλέπουν τις μάζες σαν πρώτη ύλη την οποία μπορούν να διαμορφώσουν σύμφωνα με τη θέληση τους, με νόμους στηριζόμενους με σφαίρες και χειροπέδες, εκείνοι που κατέχουν την εξουσία. Αλλά αυτές οι αυταπάτες δεν έχουν θέση ανάμεσα σε αναρχικούς. Χρειαζόμαστε τη συναίνεση των ανθρώπων και επομένως πρέπει να πείσουμε με την προπαγάνδα και το παράδειγμα, πρέπει να διδάξουμε και να επιδιώξουμε ν’ αλλάξουμε το περιβάλλον με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή η εκπαίδευση να μπορέσει ίσως να φθάσει έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων…»

Γυρνώντας τώρα πίσω σε όλες εκείνες τις συλλογικότητες που οραματίζονται την κοινωνία του αύριο με κάποιο συγκεκριμένο μοντέλο, που οδηγούν τους συντρόφους στον κοινωνικό αγώνα για την κατάργηση των τάξεων και της εκμετάλλευσης μέσα από προκαθορισμένες παραδοχές για τη φύση και τη λειτουργία των αυριανών θεσμών, ακόμα κι αν δεχτούμε, πράγμα που δεν αμφισβητώ, τις καλύτερες των προθέσεων, δεν μπορούμε παρά να εκπλαγούμε από μια φοβερή σύμπτωση με τις εξουσιαστικές θέσεις των Μαρξιστών. Το κύριο στοιχείο σύμπτωσης δεν είναι άλλο από την έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνουν όλοι τους στη Κοινωνία αλλά ακόμα και στους ίδιους τους, τους συντρόφους. Αυτή η έλλειψη της εμπιστοσύνης είναι που καθιστά αναγκαία την πρόβλεψη από τώρα όλων των δομών και του τρόπου λειτουργίας των αυριανών θεσμών, ώστε η «ανώριμη» κοινωνία να μην παρεκτραπεί της στόχευσης της επανάστασης.

Ας δούμε τι θέση παίρνει ο Μαλατέστα: «…Είμαστε σήμερα μεταρρυθμιστές στο βαθμό που επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε τις πιο ευνοϊκές συνθήκες και ένα όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό φωτισμένων αγωνιστών, έτσι ώστε να μπορέσει να έχει ικανοποιητική έκβαση μια λαϊκή εξέγερση.  Θα είμαστε μεταρρυθμιστές και αύριο, μετά από μια νικηφόρα εξέγερση και την επίτευξη της ελευθερίας, στο ότι θα επιδιώξουμε μ’ όλα τα μέσα που επιτρέπει η ελευθερία, δηλαδή με την προπαγάνδα το παράδειγμα και ακόμα και τη βίαιη αντίσταση ενάντια σ’ όποιον θα ήθελε να περιορίσει την ελευθερία μας, να προσηλυτίσουμε στις ιδέες μας έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων.

  Αλλά δε θ’ αναγνωρίσουμε τους θεσμούς, θα πάρουμε η θα κερδίσουμε κάθε δυνατή μεταρρύθμιση με το ίδιο πνεύμα που κάποιος αποσπάει μια κατακτημένη περιοχή απ’ τα χέρια του εχθρού, προκειμένου να συνεχίσει την προέλαση του και θα παραμείνουμε πάντα εχθροί κάθε κυβέρνησης, ανεξάρτητα απ’ το αν πρόκειται για τη σημερινή μοναρχική κυβέρνηση η για τις αυριανές δημοκρατικές η μπολσεβίκικες κυβερνήσεις.»

Όχι τις αυριανές δομές, όχι το εγχειρίδιο χρήσης, αλλά τις σημερινές συνθήκες που είναι απαραίτητες για μια ικανοποιητική έκβαση μιας λαϊκής εξέγερσης δημιουργούμε. Και εδώ είναι η ουσία της Αναρχίας. Η επαναστατική της φύση σήμερα αλλά και αύριο, όπως και η αναγνώριση της ανάγκης της συναίνεσης των ανθρώπων. Μια αναρχική κοινωνία είναι μόνο συναινετική, και ας το παραδεχτούμε επιτέλους, πως κάθε μορφή πρόβλεψης μιας τέτοιας κοινωνίας πέραν της συναίνεσης και της οριζόντιας συμμετοχής όλων, κάθε άλλο παρά συναινετική στάση είναι. Όλη μας η εμπειρία είναι μέσα στις ιστορικές μεταλλάξεις εξουσιαστικών κοινωνικών συστημάτων και κυρίως του Καπιταλισμού. Κάθε δομή αντίστασης και οργάνωσης είναι επίσης αποτέλεσμα των σημερινών αναγκών και ετεροπροσδιορίζονται από τις δομές που θέλουμε να καταργήσουμε. Έτσι και ο συνδικαλισμός δεν είναι παρά ένα εργαλείο του σήμερα, φτιαγμένο για την αντιμετώπιση του εχθρού και όχι ένα εργαλείο του αύριο, όπου ο εχθρός θα έχει εκλείψει. Η ρήση πως οι δομές του αγώνα μας πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά από τις αυριανές δομές, αν και σωστή εμπεριέχει έναν τεράστιο κίνδυνο παρανόησης. Αντί να δεχτούμε μόνο την ανάγκη της αυριανής οριζόντιας οργάνωσης όλων των δομών σαν προϋπόθεση, ανάγουμε όλα τα χαρακτηριστικά των σημερινών δομών ως προϋπόθεση για τις αυριανές. Όσο έμμεση και αν είναι αυτή η επιβολή εκ των προτέρων του όποιου μοντέλου, όσο καλοπροαίρετα κι αν γίνεται, δεν παύει να είναι επιβολή και να αντιτίθεται με την ίδια τη φύση της Αναρχίας. Την απόλυτη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο να αποφασίσει ελεύθερα για το μέλλον του. Η κατάκτηση αυτής της ελευθερίας, περνάει μέσα από την καταστροφή όλων των θεσμών και δομών που αναπαράγουν το σήμερα, που λιγότερο ή περισσότερο εκφράζουν εξουσία. Μέσα από την επανάσταση για την κατάργηση της εξουσίας και κατά συνέπεια την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στους ανθρώπους.

Καταλήγοντας, αναρωτιέμαι λοιπόν, ποια η ανάγκη διαχωρισμού του συνδικαλιστικού προτάγματος από τον Αναρχοκομουνισμό; Γιατί νιώθει την ανάγκη κάποιος να αυτοχαρακτηριστεί Αναρχοσυνδικαλιστής αντί για Αναρχοκομουνιστής ή Ελευθεριακός Κομμουνιστής; Σύμφωνα με τα προτάγματα της CNT πάντως δεν υπάρχει καμιά τέτοια ανάγκη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το συνθετικό Αναρχο- δεν έχει καμιά νομιμοποίηση. Καιρός να διαλέξει κανείς τελικά τι θέλει να είναι. Ελευθεριακός κομμουνιστής, Ρεφορμιστής ή Αναρχικός. Όλα μαζί δεν υπάρχουν.

(Τα αποσπάσματα είναι από εδώ: Ερρίκο Μαλατέστα – Ρεφορμισμός http://wp.me/p2tMSd-9  )

.

Short Url: http://wp.me/p2tMSd-50

Απάθεια

Νοέμβριος 7, 2012 3 Σχόλια

Εν αναμονή της ψήφισης των πλέον τρομακτικών μέτρων εξαθλίωσης της ζωής μας, προσπαθώ να καταλάβω, ακόμα και τώρα, τι είναι αυτό που μας κρατάει από το να μην κάνουμε την αυτονόητη εξέγερση.

Τρία χρόνια αλλεπάλληλων περικοπών, συνεχόμενων παραβιάσεων της όποιας ελάχιστης δημοκρατικής νομιμότητας, συνεχώς εντεινόμενων πιέσεων και εκβιασμών και πρωτόγνωρης ιστορικά κατασταλτικής βίας. Κι εμείς ακόμα ψάχνουμε το βηματισμό μας.

Η τερατώδης αναβίωση του Ναζισμού και η γιγάντωση του παρακρατικού παρεμβατισμού, ένας αποτρόπαιος κοινωνικός κανιβαλισμός και η ασταμάτητη διολίσθηση της κοινωνίας σε έναν πολιτικό μεσαίωνα, δεν έχουν σταθεί ικανοί λόγοι να μας αφυπνίσουν.

Κάποιος έλεγε κάποτε πως ο άνθρωπος είναι ζώο συνήθειας. Μήπως τελικά συνηθίσαμε σ’ αυτά τα τρομερά και απάνθρωπα που βιώνουμε; Μήπως συνηθίσαμε στο ρόλο του πολίτη –  θύματος; Μήπως συνηθίσαμε να είμαστε αγανακτισμένοι; Γιατί μετά την αγανάκτηση, λογικά έρχεται η αντίδραση, αλλά εμείς δεν έχουμε αντιδράσει ακόμα. Στην ουσία ούτε καν στο ελάχιστο.

Τείνω να καταλήξω στο συμπέρασμα πως είμαστε ηλίθιοι. Αλλά γνωρίζοντας πως τέτοιες γενικεύσεις δεν υφίστανται στις ανθρώπινες κοινωνίες, αναγκάζομαι να πάω τη σκέψη μου πιο μακριά. Αναγνωρίζω αρκετές αιτίες που μας οδηγούν στην απάθεια αλλά θα σταθώ στις πιο σημαντικές.

Πρώτη αυτή της συνήθειας. Όχι η συνήθεια στα μέτρα και το πρόσωπο του τέρατος όπως έλεγε και ο συνθέτης, αλλά στη συνήθεια μας στα απλά μικρά καθημερινά. Στον τρόπο ζωής που είχαμε μέχρι τώρα και βασίστηκε στην κατανάλωση χωρίς περιορισμούς. Αυτή η συνήθεια μας είναι που γεννά τον Φόβο. Δεύτερη αιτία απάθειας, ο φόβος μην χάσουμε τον τρόπο ζωής μας. Κάθε μέτρο, κάθε περικοπή το αντιμετωπίζουμε φοβικά. Αντί να αντιδράσουμε, λέμε ας είναι το τελευταίο, αρκεί να περισώσουμε ότι μπορούμε από τις συνήθειες μας.

Τρίτη και επίσης σημαντική αιτία, η πολιτική μας παιδεία. Η εξάρτηση μας πολιτικά από το κόμμα/βουλευτή που φρόντιζε πάντα για τα ιδιοτελή και μικρά μας αιτήματα. Η γαλούχηση μας στην αντιπροσώπευση και στην απόταξη κάθε ευθύνης από τους ώμους μας. Η ανάγκη μας να βρούμε τον πεφωτισμένο «σωτήρα» που θα μας ελευθερώσει, όχι από την πολιτική μας κατρακύλα αλλά από την υλική μας ένδεια.

Και τέλος, τώρα που φτάσαμε στο αμήν, ακόμα και τώρα, εστιάζουμε στο σύμπτωμα και όχι στην αιτία. Αλαλάζοντας αμοληθήκαμε να διαδηλώσουμε σε πλατείες και καταλήψεις την αντίθεση μας στα μέτρα που ψηφίζει σήμερα η Βουλή. Με ιδεολογικές και πατριωτικές κορώνες, κράζουμε το άδικο και φοβερό των μέτρων, την αδυναμία μας να εξασφαλίσουμε την συνηθισμένη μας ρουτίνα αν αυτά περάσουν. Κάθε φορά, εδώ και τρία χρόνια διαδηλώνουμε όταν περνάνε μέτρα, διαδηλώνουμε όταν μας παίρνουν ένα κομμάτι της επίπλαστης ευτυχίας μας. Αναρωτηθήκαμε έστω και για μια στιγμή όμως, έστω και τώρα, τι θα γίνει αν δεν περάσουν τα μέτρα; Δηλαδή, ακόμα κι αν καταψηφιστούν, εμείς σωθήκαμε;

Ακόμα κι αν αλλάξουμε κυβέρνηση, αν αλλάξουμε ηγέτες, αν έχουμε δραχμή ή ευρώ ή πατσαβούρια, θα σώσουμε την αξιοπρέπεια μας; Θα ανακτήσουμε την χαμένη «ελευθερία» μας; Θα δικαιώσουμε την πολυπόθητη «Δημοκρατία» μας; Θα προσφέρουμε στον εαυτό μας και τα παιδιά μας την ποιότητα ζωής που αξίζουμε;

Δεν θα υπάρχουν δηλαδή μετά αφεντικά να σε εκμεταλλεύονται; Δεν θα υπάρχουν διεφθαρμένοι δημόσιοι λειτουργοί κι υπάλληλοι να σε κλέβουν; Δεν θα υπάρχουν τα τοκογλυφικά δάνεια των τραπεζών; Δεν θα υπάρχουν φασίστες να σε φοβίζουν; Δεν θα υπάρχει κρατική καταστολή σε κάθε προσπάθεια απελευθέρωσης;

Επιτέλους, ας καταλάβουμε πως μόνο αν πολεμήσουμε την αιτία, θα απαλλαγούμε από τα συμπτώματα. Και αιτία είναι πρωτίστως η προσκόλληση μας στη συνήθεια. Η υποταγή μας στο σύστημα που ξεχωρίζει τους ανθρώπους, που δημιουργεί ανισότητες, που τσακίζει κάθε όνειρο ελευθερίας. Στο σύστημα της κοινωνίας της οικονομίας και της ιδιοκτησίας. Στο σύστημα της ιεραρχημένης δόμησης της λήψης των αποφάσεων. Στο σύστημα που αφήνει τον άνθρωπο νούμερο σε στατιστικές. Αυτό το ένα και ενιαίο σύστημα της Εξουσίας ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Είτε το λένε Καπιταλισμό, είτε όπως αλλιώς.

Μόνο η συνειδητοποίηση της εχθρικής φύσης προς τον Άνθρωπο αυτού του συστήματος μπορεί να μας βγάλει πραγματικά από την απάθεια.

Πρώτο βήμα προς τα εκεί, η ανάληψη της ατομικής μας ευθύνης.

Short Url: http://wp.me/p2tMSd-4y

Βαβέλ (Πουτάνα Όλα ΙΙ)

Σεπτεμβρίου 19, 2012 1 Σχολιο

Φτάσαμε πια να κοιταζόμαστε, ο ένας με τον άλλον, γεμάτοι απορία

ανίκανοι να αρθρώσουμε ούτε και μια κουβέντα με νόημα κοινό

σα να περάσανε χρόνια πολλά που πάψαμε μαζί να συζητάμε

και κάθε έννοια χάθηκε, εφθάρη σε δαιδαλώδεις σκέψεις

Μέσα από εικόνες φωτεινές, κινούμενες παγίδες, με ήχους

δελεαστικούς μάθαμε να γρυλίζουμε εντολές, και παρακάλια,συχνά

στου διπλανού μας τη ψυχή, κομμάτια του ζητώντας απ’ τη ζωή

κανίβαλοι ταγμένοι στο κάθε τι που ανέβαζε την ψεύτικη εικόνα.

Μα πίσω απ’ όλο το κακό που απρόσμενα μας βρήκε μια Βαβέλ,

κρύβεται ο μόνος και τρανός εχθρός ο ίδιος ο εαυτός μας

που τόσο αγαπήσαμε στρεβλά, με ποταπές, αισχρές επιθυμίες

τον εβολέψαμε στου σκοταδιού τη χώρα, μονάχο και βουβό.

Και τώρα, σκούζοντας βουβά, κανείς δεν μας ακούει πια

αφού του δίπλα τη σκιά να βλέπουμε μόνο έχουμε μάθει

τα μάτια του άγνωστα σε μας, κοιτούν κι αυτού τα πάθη

τα κοινά, μα δεν μπορεί να μας φωνάξει, δεν τον ακούμε.

Είναι η ζωή μας πια πικρή, ρηχή, ανάξια να τη ζήσεις

δεν έχει χέρι να πιαστείς, λόγο καλό ν’ ακούσεις

δεν έχει και έναν σύντροφο να μοιραστείς το λίγο

το γλυκό ψωμί, και το κρασί  εκείνο της χαράς.

Παρά το ζόφο που κρατεί , υπάρχει ελπίδα αν θέμε,

να ξεπηδήσει μια κραυγή βαθιά από τα βουβά εγώ μας,

να ξεθαρρέψει το εμείς, και τρανταχτά να μας προτρέψει

με ένα ΠΟΥΤΑΝΑ ΟΛΑ στη ζωή ξανά ας ξεχυθούμε.

ShortUrl:http://wp.me/p2tMSd-3M

Ζήσε

Σεπτεμβρίου 3, 2012 Σχολιάστε

Λυπάσαι

Λυπάσαι τα χρόνια που χάνεις

Λυπάσαι τα όνειρα που θάβεις

Κρύβεσαι

Κρύβεσαι από τη ευθύνη σου

Κρύβεσαι από τη ζωή σου

Ντρέπεσαι

Ντρέπεσαι για το παρελθόν σου

Ντρέπεσαι για το μέλλον σου

Φοβάσαι.

Φοβάσαι να με κοιτάξεις στα μάτια

Φοβάσαι να πιάσεις το χέρι μου

Ζήσε

Δεν είσαι μόνος

Μπορείς

Short Url:http://wp.me/p2tMSd-3y

Η αμήχανη φάση του Κινήματος

Νοέμβριος 23, 2011 5 Σχόλια

 Τις τελευταίες ημέρες, πολλοί σύντροφοι κι εγώ μαζί αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει με το κίνημα. Οι αναλύσεις πολλές και οι απόψεις περισσότερες. Η 17η Νοεμβρίου πέρασε χωρίς την πολυπόθητη «κλιμάκωση» του αγώνα από μεριάς του λαϊκού κινήματος. Όλοι μας ελπίζαμε ενδόμυχα σ’ αυτήν την κλιμάκωση σαν την απάντηση του κινήματος στην «πραξικοπηματική»  αναρρίχηση στην εξουσία της κυβέρνησης συνεργασίας ή όπως αυτοχαρακτηρίζεται, «εθνικής σωτηρίας».
Ακόμα και τοποθέτηση ακραίων φασιστικών υποκειμένων σε υπουργεία, γεγονός που από μόνο του σε άλλες εποχές θα είχε βγάλει στο δρόμο όλο τον κόσμο, πέρασε μόνο σαν μια κρυάδα στη ραχοκοκαλιά μας. Σε συνδυασμό δε με την ομολογία του δοτού πρωθυπουργού – τραπεζίτη πως έργο του είναι μόνο η απρόσκοπτη υπογραφή όλων των αντιλαϊκών μέτρων της νέας δανειακής σύμβασης, μέτρα που υπερβαίνουν σε βαρβαρότητα όλα όσα είδαμε έως τώρα, κανονικά θα έπρεπε να έχει «καεί το σύμπαν».
Τι συνέβη όμως και δεν κουνήθηκε φύλλο; Με ελάχιστες εξαιρέσεις, έως σήμερα κανείς δεν αντέδρασε δυναμικά. Φαίνεται σαν να έχουν μουδιάσει όλοι, να έχουν παραδοθεί. Γιατί;

Αν εξετάσουμε προσεκτικά τη στάση όλων αυτών που απαρτίζουν το Λαϊκό Κίνημα, τουλάχιστον στη θεωρία, θα πάρουμε τις πρώτες ενδείξεις για το τι συμβαίνει.
Κατ’ αρχάς έχουμε την παραδοσιακή Αριστερά που συνιστά ένα αξιόλογο μέρος του κινήματος. Το ΚΚΕ σαν μεγαλύτερος παίχτης και σαν παραδοσιακός πόλος αντιπολίτευσης στα αστικά κόμματα, δείχνει μια τεράστια αδυναμία να αποκωδικοποιήσει τις εξελίξεις. Δεν θα κάνω κριτική βάση των δικών μου ιδεών αλλά θα προσπαθήσω να προσεγγίσω τη στάση του από την δική του σκοπιά*. Όταν ετέθη το θέμα του Δημοψηφίσματος, παρουσιάστηκε μια μοναδική ευκαιρία για το ΚΚΕ αλλά και τη λοιπή κοινοβουλευτική αριστερά, να παλέψει για τη διεξαγωγή του και να κερδίσει. Ένα όχι του λαού στο δίλλημα της ΕΕ θα σήμαινε αυτομάτως μια τεράστια νίκη όσων αντιπαλεύονται το μνημόνιο, και θα αφαιρούσε από τα αστικά κόμματα την δυνατότητα να πράξουν την όποια «κοινοβουλευτική αταξία», οδηγώντας τη χώρα στις κάλπες. Όμως το ΚΚΕ και ο Σύριζα απέρριψαν το δημοψήφισμα και αντιπρότειναν κατ’ ευθείαν τις εκλογές, γνωρίζοντας βεβαίως πως αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί.

Με τη λογική του ΚΚΕ, και κατόπιν αναγνώσεως των δημοσκοπήσεων, και ύστερα από τη «υπεύθυνη» στάση του στις προηγούμενες μαζικές κινητοποιήσεις, η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος έκρυβε τον κίνδυνο της απότομης κατάρρευσης του αστικού δικομματισμού, και την αναγκαία αποδοχή της ευθύνης της διαχείρισης της κρίσης από την Αριστερά. Έλα μου όμως που το κόμμα δεν έχει σαφή πρόταση διακυβέρνησης, ούτε την διάθεση για να συγκυβερνήσει με άλλα αριστερά κόμματα, πράγμα που μάλλον θα ήταν αναγκαίο. Τα όποια δημοσκοπικά οφέλη που απολαμβάνει τώρα, θα εξανεμίζονταν κατά τη διάρκεια μιας ατέρμονης προσπάθειας αποφυγής της ανάληψης ευθύνης διακυβέρνησης μαζί με άλλους αριστερούς χώρους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης, με μια παρόμοια λογική για τα δημοσκοπικά οφέλη, συν την πολιτική του αγκίστρωση στην συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρώ, δεν θα τολμούσε ποτέ να δεχτεί το δημοψήφισμα. Έτσι, και αυτός με τη σειρά του απλά αντιπρότεινε εκλογές, εις γνώσιν του απίθανου να γίνει αποδεκτή μια τέτοια πρόταση από το αστικό κατεστημένο. Τέλος έμειναν και το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ να παίζουν ρόλο κομπάρσων στην φαρσοκωμωδία δημοκρατίας, εξαπολύοντας λεονταρισμούς και ευχολόγια. Το κίνημα από αυτά τα δύο κόμματα δεν έχει προσωρινά να περιμένει τίποτα.

Για το συνδικαλιστικό χώρο, νομίζω πως κάθε σχόλιο περιττεύει. Οι απεργίες-προφάσεις που διοργανώνει, είναι ο καλύτερος μάρτυρας της συστημικής του φύσης και του ρόλου που παίζει ως βαλβίδα εκτόνωσης.

Ένα άλλο μεγάλο κομμάτι του κινήματος που απαρτίζεται από πρώην ψηφοφόρους των αστικών κομμάτων, απολίτικους ή και ακομμάτιστους μικροαστούς και προλετάριους. Η μαζική τους συμμετοχή στο κίνημα των πλατειών έδειξε πως έχουν τη δύναμη να πιέσουν αρκετά το σύστημα, και αν συντονίζονταν σωστά με τα υπόλοιπα μέρη του κινήματος, η ανατροπή θα ήταν βέβαιη. Όλοι αυτοί όμως είχαν από την αρχή αλλά και συνεχίζουν να έχουν λάθος στόχευση. Όσο ο στόχος τους ήταν η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και ο Παπανδρέου, άντε και κάποιοι υπουργοί του, όσο η μάχη δινόταν για την μη υπογραφή του μεσοπρόθεσμου, ή αγωνιστική τους διάθεση ήταν ακμαία. Ήλπιζαν στην «άλλη» πολιτική μιας άλλης κυβέρνησης. Μετά το ξεγύμνωμα σύσσωμου του αστικού πολιτικού κόσμου όμως, και την  ευρεία κομματική συμμετοχή του στην κυβέρνηση του τραπεζίτη, ο απλός πολίτης έχασε την στόχευση. Ηττήθηκε κατά κράτος.  Ξαφνικά, κάθε ελπίδα του για μια διαφορετική αστική προσέγγιση εξαερώθηκε. Ο μύθος των διαφορετικών πολιτικών από τα δύο κόμματα εξουσίας που τόσο όμορφα καλλιεργήθηκε στη μεταπολίτευση, κατέρρευσε και στη θέση του εμφανίστηκε το πιο άγριο πρόσωπο του νεοφιλελευθερισμού. Ο μέσος πολίτης, μικροαστός ή προλετάριος, που τόσα χρόνια βασίστηκε στο σύστημα για την προσωπική του ευημερία, νιώθει τώρα όχι μόνο εξαπατημένος αλλά κυρίως μόνος και ανήμπορος. Προσδοκά πλέον στον από μηχανής θεό – ηγέτη για να σηκώσει ξανά κεφάλι.

Επίσης, κομμάτι του κινήματος είναι η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Αυτό το τμήμα του κινήματος, αν και κατά τη γνώμη μου, σε γενικές γραμμές διέγνωσε σωστά την κατάσταση και πρότεινε κινηματικές λύσεις, είτε λόγω ιδεολογικών αγκυλώσεων, είτε λόγω μικρής δύναμης και επιρροής στη μεγάλη Λαϊκή μάζα, δεν κατάφερε να κινητοποιήσει αρκετά τον κόσμο σε ουσιαστικές δράσεις αντίστασης.

Τέλος έχουμε και τον Αναρχικό χώρο, που τελευταία γνωρίζει μια άνθηση, αλλά που και αυτός, αν και σωστά τοποθετημένος σε ιδεολογικό επίπεδο, αδυνατεί να εμπνεύσει κυρίως λόγω της χρόνιας ταύτισης του στη συνείδηση του κόσμου με τους λεγόμενους μπαχαλάκηδες, αλλά και γιατί τα προτάγματα της ιδεολογικής του πλατφόρμας, ακόμα ξενίζουν και φοβίζουν τον εθισμένο στον καταναλωτισμό και την ιεραρχία άνθρωπο.

Αν εξαιρέσεις αυτούς τους δύο τελευταίους χώρους, κανείς μα κανείς δεν δείχνει την παραμικρή διάθεση για σύγκρουση. Κανείς δεν καλεί το Λαό σε γενική πολιτική απεργία διαρκείας, σε εξέγερση.

Το κίνημα λοιπόν πέθανε;
Μάλλον όχι, θα έλεγα εγώ.

Το κίνημα βρίσκεται σε μια φάση αμηχανίας, έλλειψης στόχου και σίγουρα έλλειψης συνοχής. Όμως αυτά είναι πρόσκαιρα συμπτώματα. Σε λίγο το κίνημα θα ξαναπάρει διαστάσεις εξεγερτικές και ελπιδοφόρες, τα ψέματα και οι δικαιολογίες τελειώνουν, όπως τελειώνει και το ισχνό πλέον εναπομείναν λίπος μιας κοινωνίας, που για πρώτη φορά ύστερα από πάρα πολλά χρόνια, καλείτε να διαλέξει ανάμεσα στην εξαθλίωση και την σκλαβιά από τη μία, και την ελευθερία και την αυτοδιάθεση από την άλλη.

Ο μέχρι πρότινος παντοδύναμος αστικός μηχανισμός χειραγώγησης, δεν διαθέτει άλλα όπλα εκτός της ωμής καταστολής και της άκρατης προπαγάνδας. Τα ψιμύθια της αστικής δημοκρατίας, το κράτος δικαίου και το όνειρο για ευμάρεια, τέλος.  
Μένει σε μας πλέον να ασκήσουμε στο μέγιστο το χρέος μας ως άνθρωποι. Ενωμένοι και αλληλέγγυοι να σταθούμε απέναντι στην επέλαση της βαρβαρότητας, ανακτώντας την προ πολλού χαμένη μας αξιοπρέπεια. Μένει σε μας να βοηθήσουμε και να βοηθηθούμε στην προσπάθεια να κατακτήσουμε συλλογικά και ατομικά την αυτοδιάθεση μας και την απεξάρτηση μας από τις ηγεσίες και την καταπίεση.

Κλείνω με ένα σχόλιο του @CrippleHorse στο twitter, από το οποίο πήρα και την αφορμή να γράψω τις σκέψεις μου.
 «Ο λαός της Αιγύπτου μας δείχνει τη διαφορά αυτού που θα ξεδώσει για κάνα 3ωρο από αυτόν που διαμαρτύρεται μέχρι να πάρει αυτό που θέλει.»:
* Η δική μου θέση σε σχέση με την κοινοβουλευτική αριστερά, είναι ότι έπρεπε προ πολλού να έχει παραιτηθεί σύσσωμη από τη βουλή, μεταφέροντας την όποια αντιπαράθεση με το σύστημα εκεί που πραγματικά ανήκει. Στους δρόμους.

Αυθόρμητη εξέγερση και μετά τι;

Οκτώβριος 31, 2011 Σχολιάστε

Τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου, έδειξαν κατά τη γνώμη μου, πέρα από την ωμή έκφραση της Λαϊκής δυσαρέσκειας έναντι του πολιτικού συστήματος, τον αυξανόμενο αυτοπροσδιορισμό της άμορφης μάζας των πλατειών σε εξεγερσιακό υποκείμενο. Ένα υποκείμενο με όλο και περισσότερες αυτό-οργανωτικές δομές που αν και σε εμβρυακή θα ‘λεγε κανείς κατάσταση, σχεδόν επιπέδου ενστικτώδους παρόρμησης, αντικαθιστούν με όλο και μεγαλύτερη ευκολία της παραδοσιακές οργανωτικές φόρμες των μέχρι σήμερα πολιτικών μορφωμάτων που διεκδικούσαν ανέκαθεν την πρωτοπορία και την καθοδήγηση.
Η απογοήτευση από το κατεστημένο και τις πρακτικές του, αλλά και η έστω και ελλιπής αλλά σαφώς γοητευτική, επαφή του ατόμου – υποκειμένου με την οριζόντια αυτό-οργάνωση  οδηγεί όλο και περισσότερο στην αποδοχή της αναγκαιότητας για δράση και αντίσταση, παρά στην «στάση» διαμαρτυρίας. Μπορεί αυτή η αποδοχή να φαντάζει ακόμα σε νηπιακό στάδιο, η ραγδαία της εξάπλωση όμως είναι πολλά υποσχόμενη.
Πολλοί θα βιαστούν, και όχι άδικα, να δηλώσουν πως αυτή η κατάσταση ελλοχεύει πάνω απ’ όλα τον κίνδυνο του εκφασισμού της κοινωνίας και την μεταστροφή της κυρίαρχης κοινωνικής έκφρασης προς την άκρα δεξιά αντίληψη. Σίγουρα ο κίνδυνος για μια εθνικιστική και φασιστική στροφή δεν είναι μικρός. Η ιστορία έδειξε πολλές φορές τέτοιες μεταστροφές σε περιόδους κρίσης και αποσταθεροποίησης του πολιτικού κατεστημένου.
Κι εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα: Ποιος και πώς μπορεί να αποτρέψει μια τέτοια μεταστροφή;
Παραδοσιακά όλοι θα περιμέναμε αυτό το ρόλο της αντιφασιστικής «πρωτοπορίας» να τον παίξει η Αριστερά. Η Αριστερά που με συγκεκριμένο πολιτικό λόγο και σαφή ιδεολογικά, κοινωνικά και οικονομικά επιχειρήματα θα δώσει διέξοδο και όραμα στις πλατειές Λαϊκές μάζες, οδηγώντας τες στην πολυπόθητη κατάκτηση ενός καλύτερου Αύριο, μιας καλύτερης κοινωνίας.
Κι όμως, ακόμη και τώρα, η Αριστερά αδυνατεί να βρει το βηματισμό της, τα συνθήματα της δεν εμπνέουν όσο θα περίμενε κανείς και ο πολιτικός της λόγος, κάθε άλλο παρά σαφής είναι. Ο ηγεμονικός της ρόλος, περιορίζεται σε επιδείξεις πειθαρχίας και συντονισμού, σε ακίνδυνες για το σύστημα απεργίες – πυροτεχνήματα και σε λεκτικούς λεονταρισμούς. Η επαναστατική της φύση μοιάζει να έχει αλλοτριωθεί από την χρόνια συμμετοχή της στο σύστημα ως «νόμιμος» παίκτης και ο ριζοσπαστισμός της να έχει εξαντληθεί στην διαρκή αποδοχή –  απόρριψη των χιλιάδων αναγνώσεων – ορισμών των νομοτελειακών «αληθειών» των θεωρητικών της.
Άραγε είναι απλά φαινόμενο των καιρών η παρακμή της Αριστεράς ή μήπως τελικά ενυπάρχει στην ίδια της τη φύση;
Το επαναστατικό υποκείμενο, ο Λαός – σύνολο δηλαδή, μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο μόνο όταν απαρτίζεται από επαναστατημένα άτομα – υποκείμενα. Επαναστατημένα και κυρίως αυτό-προσδιοριζόμενα ως τέτοια. Θα πρέπει λοιπόν το κάθε άτομο, όχι μόνο να αποφασίσει την ρήξη με το κατεστημένο αλλά και να συνδιαμορφώσει το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί κάθε επαναστατική και μετα-επαναστατική του δραστηριότητα.
Η κομμουνιστική Αριστερά, φέρνει κατάσαρκα την κληρονομιά της προκαθορισμένης νομοτελειακής αλήθειας. Κουβαλάει τις ίδιες μορφές κάθετης οργάνωσης με το σύστημα που αντιπαλεύεται και μοιράζεται μαζί του πολλά από τα «θεσμικά» ταμπού για το άτομο – υποκείμενο. Αναπαράγει πολλά  εξουσιαστικά δίπολα όπως «πρωτοπορίας» – «κινήματος»,«ιδιοφυΐας» – «μάζας», «κράτους» – «πολιτών», «εργασίας» – «αμοιβής», αφαιρώντας έτσι την δυνατότητα του ουσιαστικού αυτοπροσδιορισμού του ατόμου στο κίνημα – κοινωνία.
Εδώ λοιπόν καλείται ο ευρύτερος Αναρχικός χώρος να συμβάλει στο νεογέννητο κίνημα των ημερών μας. Είναι ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε να μπολιάσει τις αυθόρμητες Λαϊκές αντιδράσεις με τις αρχές της οριζόντιας συμμετοχής και οργάνωσης, να μεταφέρει την συσσωρευμένη εμπειρία του σε κάθε συνέλευση, να αναδείξει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού του κάθε ατόμου και να υπερασπιστεί την ελεύθερη και ισότιμη συμμετοχή του στη συνδιαμόρφωση κάθε απόφασης. Να προτάξει τον αντιεξουσιαστικό λόγο και να δώσει σαφή εικόνα της κοινωνίας που οραματιζόμαστε. Να καταδικάσει στην πράξη κάθε «πρωτοπορία», κάθε μορφή καταναγκασμού, κάθε φασιστικό ελιτισμό και σεχταρισμό του κινήματος. Για να έχει όποια ελπίδα το Λαϊκό κίνημα, πρέπει πρώτα απ’ όλα να απαλλαγεί από κάθε μορφή ηγεμονίας, κάθε εξουσιαστική σχέση, κάθε καταναγκασμό σε τυφλή ιδεολογική ή πολιτική πειθαρχία. Το καλύτερο ανάχωμα στο φασισμό είναι η ελευθερία.
Η Κομμουνιστική Αριστερά προτάσσει σαν κύριο εχθρό του λαού τον Καπιταλισμό, ο Αναρχικός Χώρος αναγνωρίζει σαν κύριο εχθρό όχι μόνο τον Καπιταλισμό αλλά και όλες εκείνες τις κοινωνικές δομές που αποσκοπούν στον κατ’ ανάγκην συμβιβασμό του ατόμου με το εκάστοτε κοινωνικό γίγνεσθαι. Η ανατροπή του Καπιταλισμού δεν ωφελεί αν δεν ανατρέψουμε ταυτόχρονα και όλες τις εξουσιαστικές δομές αλλά και τις σχέσεις εξάρτησης της επιβίωσης του ατόμου από την εργασία.
Αλλά ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως το κοινωνικό παρών δεν είναι έτοιμο ή κατάλληλο για τέτοιες ζυμώσεις, δεν μπορούμε να λοιδορούμε την αξία κάθε προσπάθειας αυτό-οργάνωσης και αυτοπροσδιορισμού του κινήματος. Από την ποδηγέτηση και τον ευνουχισμό του κινήματος είναι σαφώς καλύτερο κάθε λάθος που θα προέρχεται από συλλογικές οριζόντιες αποφάσεις ενός «όχι έτοιμου» εξεγερσιακού συνόλου.
Ο αγώνας σήμερα μπορεί να είναι ταξικός, αλλά δεν μπορεί και δεν πρέπει με τίποτα να μείνει τέτοιος. Σκοπός δεν είναι η εξουσία μιας όποιας τάξης πάνω στις άλλες, αλλά η κατάργηση των τάξεων και της ίδιας της εξουσίας. Χωρίς αλλά, χωρίς εκπτώσεις.
Αρέσει σε %d bloggers: