Αρχείο

Archive for the ‘Κίνημα’ Category

Ένα διαχρονικό παραμύθι

Σεπτεμβρίου 25, 2017 Σχολιάστε

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μικρό χωριό, ζούσαν ευτυχισμένοι καμιά εξηνταριά άνθρωποι. Μπορεί να ήταν κι εξήντα πέντε. Αν και η κύρια ασχολία τους ήταν η κτηνοτροφία, δεν τους έλειπε τίποτα. Μπορεί να μην είχαν όλες τις ανέσεις που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις, μπορεί να μην είχαν θέατρα, κινηματογράφους, και ακριβά εστιατόρια αλλά μια χαρά περνούσαν.

Τα πανηγύρια, εκτός από το μεγάλο στην μνήμη του Άι Λιά στα τέλη του Ιούλη, του προστάτη του χωριού, συχνά στήνονταν στην πλατεία με την παραμικρή αφορμή. Μερικές φορές, πέρναγε και κάποιος περιοδεύων θίασος ή κάποιος καραγκιοζοπαίχτης, και τότε όλο το χωριό μαζεύονταν να διασκεδάσει. Μια φορά μάλιστα, είχε περάσει από το χωριό και ένας περιοδεύων κινηματογράφος. Μεγάλη εντύπωση άφησε αυτό το γεγονός στους χωριανούς, ακόμα το συζητάνε, χρόνια μετά.

Φυσικά, το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ήταν τα δυο καφενεία του χωριού. Παραδοσιακά, όμορφα καφενεία, με καλό καφέ, νόστιμα μεζεδάκια και δυνατό τσίπουρο. Δεν παραβλέπουμε βέβαια και τις δροσερές πορτοκαλάδες και τη βανίλια υποβρύχιο για τα παιδιά.

Αυτά τα δύο καφενεία που λέτε, ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, στην πλατεία του χωριού. Βόρεια το ένα, του Βασίλη του Χοντρού και νότια το άλλο, του Μήτσου, που είχε το συνήθειο να επιμένει να τον φωνάζουν Δημήτριο, αφού στα νιάτα του είχε περάσει ένα έτος στη νομική σχολή, στη μεγάλη πόλη. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο χωριό όταν αρρώστησε βαριά ο πατέρας του, και κάποιος έπρεπε να φροντίσει το καφενείο. Βλέπετε, από αυτό ζούσαν όλοι, κι αυτός και η μάνα του και οι δυο ανύπαντρες τότε αδερφές του. Γύρισε λοιπόν άρον άρον, αλλά το κουσούρι της νομικής έμεινε. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι Μήτσος ο Χασοδίκης.

Στην ανατολική πλευρά της πλατείας, στεκόταν η εκκλησιά του Άι Λιά. Το καμάρι του χωριού. Ο παππάς του χωριού, ένας γεράκος, έξω καρδιά, που σε όλους έλεγε πως θα πάνε στον παράδεισο, όλους τους αγαπούσε και κανέναν, μα κανένα δεν είχε επιπλήξει ποτέ αν καμιά φορά δεν εμφανιζόταν στην εκκλησία, ή αν του ξέφευγε καμιά βλαστήμια. Το παγκάρι του ήταν μονίμως άδειο, μιας και ότι έπεφτε μέσα, πήγαινε αμέσως στους πιο φτωχούς, σε κάποιο παιδί του χωριού που είχε κατέβει στη μεγάλη πόλη για σπουδές ή σε λογαριασμούς κάποιου νοσοκομείου όταν η ασθένεια ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων του γιατρού.

Ο γιατρός ήταν νέος, ξενομερίτης, τον έστειλε το Κράτος στο χωριό για τρία χρόνια, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Ακούραστος και ευγενικός, πάντα έτρεχε να βοηθήσει τους ανθρώπους του, αλλά πέρα από κανα κερασμένο τσίπουρο, κανα γλυκό του κουταλιού και κανα κυριακάτικο τραπέζωμα όσο ζούσε μόνος του, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει αμοιβή για τις υπηρεσίες του. “Μα με πληρώνει το Κράτος”, αναφωνούσε θιγμένος κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να τον πληρώσει. Μετά βέβαια, αγάπησε τη Μαριγώ, την κόρη του μπακάλη, και έτσι έχασε τα κυριακάτικα γεύματα, αλλά κέρδισε τον έρωτα τς ζωής του. Σύντομα έκανε και κουτσούβελα, έμεινε πια μόνιμος στο χωριό, και οι άνθρωποι έπαψαν να τον λεν ξενομερίτη. Τον πείραζαν όμως καμιά φορά, φωνάζοντας τον σώγαμπρο. Τότε γελούσε και τους έλεγε πως τα τρία από τα εφτά παιδιά που πήγαιναν σχολείο στο χωριό, ήταν δικά του, του σώγαμπρου.

Το σχολείο ήταν στην άκρη του χωριού, πέτρινο, δυο τάξεις και ένα γραφειάκι για το δάσκαλο. Η μια τάξη χρησίμευε ως αποθήκη μιας και τα παιδιά ήταν λίγα. Ο δάσκαλος, ο κύριος Ξενοφών, μιας κάποιας ηλικίας, εργένης, μετρημένος και πάντα καλοντυμένος ήταν καλοσυνάτος και υπομονετικός με τα παιδιά. Πέρα από τη σχολική ύλη, τα έπαιρνε συχνά στην εξοχή να τα διδάξει επί τόπου βοτανολογία, βιολογία, ζωολογία και άλλα. Τους μάθαινε για τα πετρώματα και τα απολιθώματα και την προϊστορία.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σ’ αυτές τις εξορμήσεις συναντούσαν τον αγροφύλακα να γυρνάει από χωράφι σε βοσκοτόπι και από μαντρί σε αγρόκτημα. Ο αγροφύλακας που έκανε χρέη και αστυνόμου, ο Δημήτρης του Νικολή, όπως τον ήξεραν στο χωριό, όχι μόνο δεν ασκούσε ουσιαστική εξουσία, αλλά έτρεχε πάντα να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη από ένα χεράκι στις δουλειές. Πότε τον έβρισκες στον έναν όταν έσφαζε γουρούνι, πότε στον άλλο όταν ήταν ο καιρός για το κούρεμα των προβάτων, άλλες πάλι φορές έκοβε ξύλα για κάποιες γιαγιάδες, που χήρες πλέον, ζούσαν μοναχές τους.

Ο παππάς, ο δάσκαλος και ο γιατρός ήταν αχώριστοι. Οι τρεις τους μαζεύονταν στο καφενείο για τσίπουρο και πρέφα σχεδόν κάθε απόβραδο. Αλλά φρόντιζαν να πηγαίνουν μια στο ένα και μια στο άλλο καφενείο, μιας και κανένας στο χωριό δεν είχε έχθρες με κάποιον άλλον. Καμιά φορά μαζί τους, έβλεπες και το αγροφύλακα. Αν δεν ήταν εκεί, τότε σίγουρα ήταν με μιαν άλλη αχώριστη τριάδα στο χωριό που την αποτελούσαν ο Πρόεδρος, ο μπακάλης και ο φαρμακοποιός.

Ο Πρόεδρος, Σωτήρης Μέτζουλας στο όνομα, ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Ένα γεγονός που εξασφάλιζε την μόνιμη εκλογή του ως προέδρου του χωριού. Κατά βάθος, ήσυχος και καλός άνθρωπος, πάσχιζε να βοηθήσει το χωριό με κονδύλια από τη Νομαρχία και την κεντρική κυβέρνηση, υποστήριζε σθεναρά τις υποθέσεις των συγχωριανών του, και το γραφείο της κοινότητας ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον τον χρειαζόταν. Το μόνο του κουσούρι ήταν το τσίπουρο, αλλά κι αυτό μόνο όταν έκλεινε η “υπηρεσία της κοινότητος” όπως επέμενε να ονομάζει το τραπεζάκι του καφενείου που χρησιμοποιούσε αντί για το γραφείο του.

Ο μπακάλης, ένας θεόρατος καλοσυνάτος γίγαντας που άκουγε στο όνομα Ηλίας, το επώνυμο Τσάμκας, ήταν ταυτόχρονα και φούρναρης του χωριού. Από κονσέρβα μέχρι σπίρτα, από ψωμί μέχρι λάδι, από σαπούνι μέχρι σοκολάτες, όλα τα είχε στο μαγαζί. Ένα διώροφο πίσω από την εκκλησιά, που κάτω ήταν μαγαζί και απάνω το σπίτι του. Πολλές φορές “ξεχνούσε” να γράψει τα βερεσέδια, πάντα είχε ένα γλειφιτζούρι για τα παιδιά και το μόνο του παράπονο ήταν που είχε μόνο μία κόρη, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, αλλά του πέρασε όταν απέκτησε εγγόνια, και μάλιστα από γαμπρό γιατρό.

Ίσως ο πιο βαρετός να ήταν ο φαρμακοποιός, αλλά μόνο γιατί δεν έπινε, δεν κάπνιζε και είχε μια ανεξήγητη μανία να πλένει συνέχεια τα χέρια του, ως και εκατό φορές την ημέρα. Φάρμακο όμως δεν αρνήθηκε ποτέ σε άρρωστο, είχε δεν είχε λεφτά. Ήταν και λόγιος, διάβαζε κάτι βιβλία, μαύρα, χοντρά δερματόδετα, γραμμένα στη καθαρεύουσα, που μόνο ο δάσκαλος και ο γιατρός θα μπορούσαν να διαβάσουν. Κι όμως, όλως περιέργως, ο Αλέξανδρος Φυκώνης, αυτό ήταν το όνομα του, αν και όλοι τον φώναζαν φαρμακοτρίτφτη, δεν έκανε πολύ παρέα με το γιατρό ή το δάσκαλο. Οι κακές οι γλώσσες λέγανε πως ντρέπεται γιατί δεν είχε τόσο “δυνατό” πτυχίο. Ποιος ξέρει άραγε.

Υπήρχαν και άλλοι πολλοί ωραίοι άνθρωποι στο χωριό, σχεδόν όλοι δηλαδή ήταν ωραίοι, αλλά που να τους απομνημονεύσει κανείς όλους; Ο Μπάμπης, ο καλλίτερος χτίστης πέτρας, ο Νίκος ο χασάπης, ο Παναής ο βοσκός, η Βαγγελιώ η μοδίστρα, η Αννούλα του Πίκουλα με τα υφαντά της και πόσοι ακόμα.

Και η ζωή περνούσε όμορφα. Απλά αλλά όμορφα. Και ήρθε το καλοκαίρι, και είχαμε και γάμο στο χωριό και όλοι περίμεναν πως και πως το γλέντι, μετά της Παναγιάς είχαν πει. Κι ένα πρωί μπήκε ένα απόσπασμα Ες Ες στη πλατεία, και κάποιοι με κουκούλες. Και μάζεψαν όλο το χωριό και ψάχναν τον Θύμιο, του κυρ Παντελή που λέγαν πως είχε βγει στο βουνό, Και τους σκότωσαν όλους, εφτά παιδιά, είκοσι πέντε άντρες και τριάντα γυναίκες και τον γιατρό, και το φαρμακοποιό και τον αγροφύλακα και τον παπά και τον μπακάλη και τους καφετζήδες. Μόνο το πρόεδρο άφησαν γιατί ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Αλλά κι αυτός, δεν άντεξε, κρεμάστηκε μόνος του από μια καρυδιά που ήταν στο κέντρο της πλατείας αμέσως με το που έφυγαν οι Ες Ες και οι κουκούλες.

Ήταν μήνας Αύγουστος, αρχές, το καλοκαίρι του 1943.

……

Μήνας Σεπτέμβρης, 2017, και οι Ες Ες ξεχύνονται πάλι στα χωριά, μόνο οι κουκούλες άλλαξαν. Τώρα πια είναι γραβάτες.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-ae

Advertisements

Περί φασισμού

Ιουλίου 28, 2017 1 Σχολιο

 

Ο φασισμός είναι εγγενής χαρακτηριστικό της εξουσίας.

Υπάρχει από πάντα δίπλα της, και θα υπάρχει για όσο θα υπάρχει εξουσία.

Δεν είναι απλά ένα της πρόσωπο, μια μάσκα ή μια εφεδρεία. Είναι η ίδια της η φύση. Όλα τα υπόλοιπα είναι μάσκες, εφεδρείες, ρόλοι παιγμένοι για τις ανάγκες της. Και η εξουσία μας δείχνει την πραγματική της φύση κάθε φορά που η εξουσία βρίσκεται στην επίθεση ή στην άμυνα, κάθε φορά δηλαδή που η δήθεν κοινωνική ειρήνη διασαλεύεται, για όποιον λόγο.

Και πάντα ο λόγος είναι ακριβώς αυτή η πραγματική φύση της εξουσίας, που την ωθεί στην μόνιμη προσπάθεια καθυπόταξης κάθε κοινωνικού υποκειμένου στις επιταγές της.

Η εκμετάλλευση και η φτωχοποίηση των πολλών, η αδικία και η παράλογη σπατάλη πόρων και δυνατοτήτων δεν είναι απλά ένα μέσο για τον πλουτισμό των λίγων, αλλά αποτέλεσμα της ύπαρξης της εξουσίας ως τέτοιας στις κοινωνικές μας δομές.

Σχεδόν όλες οι αναλύσεις, θεωρήματα και ιδεολογίες θεωρούν τις οικονομικές σχέσεις της κοινωνίας ως τον θεμέλιο λίθο της, αδιαφορώντας μάλλον απλοϊκά για το γεγονός πως οι οικονομικές σχέσεις είναι σχέσεις επιβολής και όχι προτίμησης.

Και η επιβολή δεν  γεννιέται από την οικονομική διαστρωμάτωση της οικονομίας αλλά το αντίθετο.

Ο φασισμός λοιπόν, όποιο κι αν ήταν το όνομα του πριν τον βαφτίσουμε έτσι, ως το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας, δεν είναι παράγωγο της εποχής, της οικονομικής κρίσης ή ακόμα και ιδεολόγημα κάποιων «κακών” που παρασέρνει αδαείς και αθώους πολίτες.

Ο φασισμός ήταν, είναι και θα είναι η ίδια η εξουσία, που όντας παράλογη, διαιωνίζει στις ανθρώπινες κοινωνίες σαν ιδεολόγημα, όλες τις βάναυσες και απάνθρωπες συμπεριφορές που είχαμε ως είδος πριν την κατάκτηση της λογικής. Συμπεριφορές που μπορεί σαν ζώα να τις είχαμε ανάγκη για την επιβίωση, αλλά ως έλλογα όντα μόνο αποτροπιασμό και αηδία μπορούν να προκαλέσουν.

Αγελαίες συμπεριφορές (θρησκείες, ομάδες, ιδεολογίες), επιβολή απόψεων με τη βία ή τον οικονομικό εκβιασμό (καταστολή, μισθωτή εργασία), λατρεία της αριστείας και της ισχύς του δυνατότερου (κοινωνικά στάτους, υπερθεμάτιση διακρίσεων βάση καταγωγής ή οικονομικής κατάστασης).

Φόβος και δέλεαρ, όπως και στα ζώα.

Έτσι πορεύεται η εξουσία.

Ο φασισμός είναι στην τελική η κατάπτωση του ανθρώπου στις πιο ζωώδεις συμπεριφορές, η άρνηση της λογικής, ο γεννήτορας κάθε πνευματικής και κατασκευαστής κάθε φυσικής αλυσίδας.

.

Short Url: http://wp.me/p2tMSd-9I

Από τα κάτω

Νοέμβριος 9, 2016 1 Σχολιο

1475770502_114a1ce9f8_o

Γύρω μας τα πάντα καταρρέουν. Οικονομικά μας πήρε ο διάολος. Κοινωνικά ολισθαίνουμε ταχύτατα στον φασισμό. Πολιτικά κατακτήσαμε πλέον τον πάτο της λογικής, το υψηλότερο επίπεδο μαφιόζικης διαχείρισης των κοινών. Διαφθορά, λαμογιά, φασισμός, παρτακισμός, ψεύδος και αναλγησία, απροκάλυπτα πλέον κυριαρχούν απόλυτα σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης. Η φτώχεια, η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ωμή και εξαντλητική εκμετάλλευση, η καταστολή και η πλύση εγκεφάλου είναι η μόνιμη καθημερινότητα για τους πολίτες.  Και το ζητούμενο παραμένει.

Τις πταίει;

Οι απόψεις, διαφορετικές ανάλογα με την πολιτική ταυτότητα του εκφέροντος, άλλες κοντά άλλες μακριά από κάθε πραγματικότητα, δυστυχώς συνήθως περιορίζουν την αναλυτική τους προσπάθεια στην παρατήρηση και την διαπίστωση των συμπτωμάτων. Ομιλώ φυσικά για την «προοδευτική» ή αλλιώς «αριστερή» θεώρηση, μιας και οι εκ των δεξιών αναλύσεις φύσει εξυπηρετούν και δικαιολογούν το υπάρχον ως αναγκαίο και σωστό.

Στο εν γένει «αριστερό» ακόμα και «ελευθεριακό» τοπίο, παρά τις εκ πρώτης όψεως θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ τους, έχουμε μια σχετική σύγκλιση στις διαπιστώσεις αλλά και στην θεώρηση. Κυρίαρχο σημείο σύγκλισης, παραμένει αυτό της ύπαρξης του Καπιταλισμού ως μοντέλο οικονομικής διαχείρισης και κατά συνέπεια και πολιτικής θεσμοθέτησης  των κοινωνικών σχέσεων. Πλείστα όμως τα πολιτικά υποκείμενα υποκύπτουν στην λανθάνουσα αντίληψη του Καπιταλισμού ως οντότητα και όχι ως κατάσταση, σχέσεις  μεταξύ των ανθρώπων. Όλες σχεδόν οι εναλλακτικές στον Καπιταλισμό, αρνούνται να αναγνωρίσουν την ουσιαστική του ιδιότητα στην παραγωγή σχέσεων εξουσίας ως πυρήνα του προβλήματος αλλά θεωρώντας τον διαχειριστή της εξουσίας, αποσκοπούν στην αλλαγή του τρόπου διάχυσης και διαχείρισης της εξουσίας και όχι την κατάργηση αυτής καθ’ αυτής. Έτσι, η ιδιοκτησία για παράδειγμα είναι μια «φυσιολογική» σχέση και ερίζουμε για την ηθική της υπόσταση ως προς τον τρόπο απόκτησης, ή ως προς τον βαθμό συγκέντρωσης ή ακόμα ως προς τον φορέα που την διαχειρίζεται.

Ο Καπιταλισμός αντιμετωπίζεται στην θεωρητική του αποδόμηση περίπου ως αυτόνομη δύναμη, εξυπηρετούμενη από πρόθυμους υποστηρικτές του με σκοπό την προσωπική τους επιβράβευση. Ο Καπιταλισμός ως οντότητα, ανάγεται σε κυρίαρχο εχθρό, και ως εκ τούτου, ως ο απόλυτος στόχος καταστροφής. Πως καταστρέφεις όμως μια ιδεατή οντότητα; Πως πολεμάς κάτι μη χειροπιαστό;

Είναι ακριβώς αυτή η ιδεολογικοποίηση του καπιταλισμού από υποστηρικτές και εχθρούς του ταυτόχρονα, η ίδια ιδεολογικοποίηση κάθε μέχρι στιγμής προτεινόμενης εναλλακτικής που οδηγεί στον αποπροσανατολισμό και κατά συνέπεια στην διαιώνιση του προβλήματος.

Κι εδώ οι απόψεις των διαφόρων ρευμάτων της «αριστερής» διανόησης συνεχίζουν να διχάζονται. Από την χρήση των πολιτικών μέσων (που θεσπίζονται καπιταλιστικά) μέχρι την ένοπλη επανάσταση (με σκοπό την αλλαγή διαχειριστή της εξουσίας) ο δρόμος διακλαδώνεται σε εκατομμύρια μονοπάτια. Έχουν όμως κοινό στοιχείο την υποτιθέμενη «ηθική υπεροχή» κάθε αντικαπιταλιστικού ρεύματος έναντι της υπάρχουσας κατάστασης. Όλοι επικαλούνται το «δίκαιο» και την «ανώτερη ηθική» ως λόγο αντίστασης, ως προαπαιτούμενη παραδοχή από μέρους του υποκειμένου ώστε να του δίδεται η νομιμοποίηση συμμετοχής στον αγώνα ενάντια του εχθρού. Η καταστροφή του καπιταλισμού ως εκ τούτου, υπάρχει μόνο σαν ιδέα αντικατάστασης του με μια ηθικά υπερέχουσα εναλλακτική. Τι είναι όμως τελικά αυτό που επιτρέπει την ύπαρξη του Καπιταλισμού; Ή μάλλον πιο σωστά, τι είναι αυτό που κρατάει τον καπιταλισμό ακόμα ζωντανό; Που αποτυγχάνουν οι εναλλακτικές ηθικές αφηγήσεις; Γιατί δεν αποτελούν ουσιαστικά κανέναν σοβαρό κίνδυνο για την επιβίωση του Καπιταλισμού;

Δεν στοχεύουμε στην κατάργηση των συνθηκών που γεννούν τις ανθρώπινες σχέσεις που ονομάζουμε Καπιταλισμό, αλλά στην αντικατάσταση του Καπιταλισμού με κάτι άλλο που θα γεννά τις ανθρώπινες σχέσεις με διαφορετικό από το καπιταλιστικό ηθικό πρόσημο. Έτσι αντί να επικεντρωθούμε στην αλλαγή των σχέσεων που ορίζουν την ποιότητα της ζωής μας, στοχεύουμε στην αλλαγή της ηθική της ζωής με την ψευδαίσθηση πως θα αλλάξουν έτσι οι σχέσεις μας.

Επί της ουσίας μένουμε προσκολλημένοι σε μια μανιχαϊκή αντίληψη που θέλει τις ανθρώπινες σχέσεις δυνατές μόνο κάτω από το πρίσμα του ενός ή του άλλου ιδεολογικού στρατοπέδου. Όπου η κάθε σχέση υπόκειται στην αξιολόγηση «πάντα καλή» ή «πάντα κακή» βάσει ενός πολιτικού ιδεολογικού κώδικα, μιας ανώτερης ηθικής αφήγησης. Όσο θα επιχειρούμε να δικαιολογήσουμε σε ιδεολογικό ή ηθικό επίπεδο την όποια μορφή ανθρωπίνων σχέσεων, τόσο ο καπιταλισμός θα επιβιώνει, αλλά και τόσο οι προτεινόμενες εναλλακτικές θα παραμένουν ψευδαισθήσεις μικρών ομάδων «πιστών» και ζηλωτών.

Δεν είναι ο καπιταλισμός αυτός καθ’ αυτός το πρόβλημα αλλά η παραδοχή των ανθρωπίνων σχέσεων που τον αποτελούν ως φυσιολογικές. Μόνος τρόπος να αλλάξει αυτό είναι να κατανοηθεί η ανάγκη αλλαγής των σχέσεων μεταξύ μας βάσει της λογικής και όχι βάσει της όποιας ιδεολογικής και κατά συνέπεια, ηθικής επιταγής που ευελπιστεί να τον αντικαταστήσει.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-9B

#Syriza_xeftiles

Απρίλιος 3, 2016 2 Σχόλια

tsipras-kammenos (1)

 

Είναι εκπληκτική η άνεση με την οποία οι όψιμοι εξουσιαστές μας παρουσιάζουν την δική τους ανάλγητη δίψα για εξουσία και προσωπικό όφελος για προτιμότερη από των «άλλων». Μια διαχρονική τακτική όλων των κατά καιρούς νεόκοπων κυβερνητικών, που δυστυχώς ακόμα έχει απήχηση στις μάζες των επίσης διαχρονικά εθελόδουλων «πολιτών». Αυτό που όμως είναι στ’ αλήθεια συγκλονιστικό, είναι ο βαθμός της αλαζονείας με την οποία το πράττουν, αλλά και η τεράστια απόσταση που διανύουν σε ελάχιστο χρόνο, μεταθέτοντας εαυτόν από τις προηγούμενες πολιτικές τους θέσεις σε όλο και πιο ακραία αντίθετες.

Η υιοθέτηση μιας ουσιαστικά φασιστικής και ρατσιστικής πολιτικής από πρώην «αριστερούς», δεν θα μπορούσε να γίνει σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (15 μήνες συγκυβερνούν με την ακροδεξία των ψεκασμένων) κάτω από τις συνηθισμένες διεργασίες πολιτικού μετασχηματισμού ενός σοσιαλιστικού σχηματισμού σε καθαρό αστικό κυβερνητικό κόμμα. Οι συνθήκες είναι απαιτητικές και οι συσχετισμοί λιγότερο ευέλικτοι απ’ ότι παλαιοτέρα, όπως για παράδειγμα το 1981, με τον μετασχηματισμό του ΠΑΣΟΚ σε κόμμα υπόδειγμα λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου.

Η υποταγή στα Ευρωπαϊκά κελεύσματα, η διαπλοκή με την εγχώρια ελίτ, και η συγκυβέρνηση με την ακροδεξιά, επιταχύνουν την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε μια λίγο πιο χαλαρή Νέα Δημοκρατία. Η κρίση, το προσφυγικό αλλά και η τεράστια πείνα των πρώην αριστερών για καρέκλες και ζεστό χρήμα, ξεβρακώνουν καθημερινά την υποκρισία τους.

Το μόνο που τους σώζει ακόμα από την «λαϊκή μήνη» είναι η επική ανικανότητα των απέναντι αλλά και η εξαιρετική χρήση της προπαγάνδας και της προβοκάτσιας, κάτι που έχουν διδαχθεί άριστα στα τόσα χρόνια της καριέρας μέσα στον αέναο κύκλο διασπάσεων, λασπολογίας, ρουφιανιάς και διαστρέβλωσης που επιδίδονταν για την επικράτηση στο αριστερό πεδίο.

Η δημοκρατία και ιδιαίτερα η αντιπροσωπευτική της εκδοχή, χρησιμοποιούσε την εναλλαγή στην εξουσία ως περιοριστικό μέσο στην διαφθορά. Έτσι τουλάχιστον διατείνονταν οι δημοκράτες. Η πραγματικότητα βέβαια έδειξε πέραν αμφιβολίας, πως η εξουσία δεν ασκείται από τους αιρετούς αλλά από τους κραταιούς του χρήματος. Οι αιρετοί, απλοί διαχειριστές μιας στημένης πραγματικότητας, απλά αποτελούν το προπέτασμα αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τους πραγματικούς της εξουσιαστές, ώστε σε κάθε περίπτωση αυτοί να μένουν αλώβητοι.

Η μόνη συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ στην ιστορία, είναι πως κατέδειξε με την στάση του την ματαιότητα της ελπίδας μιας δημοκρατικής αριστερής λύσης.

Το ουσιαστικά απογοητευτικό όμως είναι πως ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται αριστεροί, προοδευτικοί, ριζοσπάστες και λοιπά ευφυολογήματα, αλλά δεν αντιλαμβάνονται πως εν τέλει κάθε εξουσία τείνει νομοτελειακά στην φασιστοποίηση. Πως κάθε άνθρωπος που θα έρθει σε επαφή μαζί της, αναγκαστικά θα υποκύψει στο δέλεαρ της, και θα διαφθαρεί σταδιακά η αμέσως σε βαθμό ολοκληρωτικό.

Δυστυχώς, οι πολλοί δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για το χρώμα του σανού που τους ταΐζουν.

Καλή μας χώνεψη.

.

ShortUrl: https: http://wp.me/p2tMSd-8C

.

 

 

Tours Operator «Πρώτη Φορά Αριστερά»

Μαρτίου 23, 2015 Σχολιάστε

Featured image

(Ένα σουρεαλιστικό κείμενο μιας ακόμα πιο σουρεαλιστικής ταξιδιωτικής εμπειρίας.)

Όλα ξεκίνησαν ένα Σαββάτο βράδυ, μια Κυριακή πρωί, που λέει και το λαϊκόν άσμα, όταν ένας ευγενέστατος υπάλληλος του νεοσυσταθέντος υπουργείου Ψυχαγωγίας του Πολίτη, αίφνης αποφάσισε να με συμπεριλάβει στην κληρωτίδα μετατροπής πταισμάτων σε πλημμελήματα. Και ω, οποίαν τύχη μου επιφύλασσε η μοίρα, βγήκα λίγο μετά τα μεσάνυχτα με τον τυχερό λαχνό της αυτοφώρου διαδικασίας στο γνωστό πλέον Θεματικό θέρετρο αναψυχής συντρόφων στην οδό Καλλιδρομίου.

Δεν μπορείτε να φανταστείτε την χαρά μου όταν μου ανακοίνωσαν πως κέρδισα μια διανυκτέρευση σε μια κάποια από τις θεματικές σουίτες τους. Αυθωρεί και παραχρήμα το λοιπόν, και αφού είχα ήδη φορέσει τα διακριτικά βραχιολάκια του τυχερού νικητή, οδηγήθηκα στην ρεσεψιόν του εν λόγω θέρετρου, συνοδεία δύο ευγενέστατων οργάνων του υπουργείου Ψυχαγωγίας του Πολίτη. Ο υπεύθυνος ρεσεψιονίστ, με καλωσόρισε άνευ τύπων, εγκάρδια ,και αμέσως με καταχώρησε στα βιβλία φιλοξενουμένων.  Προετράπην δε φιλικότατα από τους εκεί γκρουμ εις την αφαίρεσην των κορδονίων των υποδημάτων μου και της ζώνης του παντελονιού μου. Σκέφτηκα πως μάλλον θα ήταν μία εσωτερική τους συνήθεια και συμμορφώθηκα πλήρως ως προς τις οδηγίες τους.

Εν συνεχεία οδηγήθηκα στον κατώτερο όροφο του θερέτρου, όπου και μου αφέθη προς μεγάλη έκπληξη η επιλογή σουίτας, μία εκ τριών είναι η αλήθεια, και μάλιστα με ησυχία χρόνου για να το αποφασίσω. Η πρώτη είχε θέμα τις άγνωστες μορφές ζωής και τον βιολογικό πόλεμο. Την απέρριψα πάραυτα, γιατί όπως γνωρίζετε δεν μου αρέσουν τα επιστημονικά. Η δεύτερη, εμπνευσμένη από την Τέχνη, λειτουργούσε και ως μουσείο σύγχρονης τέχνης για τα υγρά και στερεά ανθρώπινα απόβλητα, τον σουρεαλισμό και την ψευδαίσθηση. Την απέρριψα κι αυτή ως παντελώς άτεχνος, και φοβούμενος μην με σνομπάρουν οι ειδήμονες. Ευτυχώς η τελευταία είναι εμπνευσμένη από την καθημερινότητα και δη από το νεοσύστατο υπουργείο Λιτού Βίου και Αξιοπρέπειας. Αμέσως διάλεξα αυτή την σουίτα, μιας και ξύπνησε μέσα μου την συντροφικότητα αλλά και την εθνική υπερηφάνεια για τον πατριωτικό αγώνα της νέας μας θεόσταλτης κυβερνήσεως. Εδώ πρέπει λίγο να περιγράψω και του επικουρικούς χώρους, όπου για παράδειγμα, αμέσως στην υποδοχή του ενιαίου με περίμενε ένας περίτεχνος καταρράκτης σε παλιά πορσελάνη, θρυμματισμένη σε ένα περίτεχνα χαώδες μοτίβο, όπως και ένας υπέροχος θεματικός τοίχος με αναθέματα απ’ όλο τον πλανήτη. Αξιοσημείωτο είναι δε και το υπέρλαμπρο φως που έφεγγε μόνιμα παραπέμποντας στην Ελευθερία και την Ελληνικότητα του χώρου.

Η εν λόγω σουίτα, λιτή ως όφειλε, σε απλές γραμμές και σχήματα γυμνού μπετόν αρμέ, με έκδηλη την απουσία κάθε επιπρόσθετου υλικού πλέον του ατσαλένιου περιγράμματος και με την άνετη θερμοκρασία των τεσσάρων βαθμών κελσίου, θα ήταν για ένα ολόκληρο βράδυ η κατοικία μου και η πηγή της έμπνευσης μου.

Το επόμενο πρωινό το πρόγραμμα περιλάμβανε εκδρομή στο κέντρο αναψυχής της οδού Καβάλας, όπου πληροφορήθηκα πως επισκέπτονται άπαντες οι φιλοξενούμενοι όλων των θέρετρων της περιφέρειας.  Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν έτοιμος για τόση ευτυχία. Για να μην μακρηγορώ, φτάσαμε εκεί την ενάτη πρωινή και προς  μεγάλην μου έκπληξιν ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτο με καλεσμένους από όλη την περιφέρεια και άπαντες φορούσαν τα βραχιολάκια του τυχερού νικητή. Άπαντες πλην των συνοδών και των εργαζομένων βέβαια, διότι δεν επιτρέπεται σε αυτούς η συμμετοχή στην κλήρωση. Λόγω ηθικού κολλήματος, μου έδωσαν να καταλάβω. Μου εξήγησαν πως η πολυκοσμία είναι φυσιολογική κάθε μέρα ιδίως δε τις Κυριακές, όπου και το κέντρο είναι ιδιαίτερα δημοφιλές. Εκεί με προέτρεψαν να αφήσω τα αποτυπώματα των χεριών μου στο τιμητικό βιβλίο επισκεπτών και βγάλαμε και ωραίες αναμνηστικές φωτογραφίες, προφίλ και ανφάς. Το μόνο που δεν κατάλαβα, ήταν γιατί αρνήθηκαν οι συνοδοί μου να είναι στο κάδρο, αλλά μάλλον είναι πολύ ταπεινά παιδιά.

Στη συνέχεια οδηγήθηκα με τιμές στο ιστορικό κτήριο της πρώην Σχολής Ευελπίδων, όπου σύμφωνα με το πρόγραμμα θα τέλειωνε και πανηγυρικά η φιλοξενία μου, αφού θα μοιραζόμουν τις εμπειρίες μου με την υπεύθυνη συντονισμού όλων των τυχερών κληρώσεων του σαββατοκύριακου, η οποία και έμελε να μου συστηθεί ως Υπηρεσιακός Εισαγγελέας. Αυτό που μου έκανε φοβερή εντύπωση, είναι πως περάσαμε κάθε σημείο ελέγχου απλά και μόνο επιδεικνύοντας τα βραχιολάκια μου. Δεν πέρασε πολλή ώρα και η καλή αυτή κυρία, με δέχθηκε εγκαρδίως στο πολυτελές γραφείο της, και αφού μου ζήτησε να της πω τη γνώμη μου για την υπέροχη κληρωτίδα, αποφάσισε, παράτυπα βέβαια, αλλά ήμουν τόσο καλός μου είπε,  να μου κάνει δώρο ακόμη μία διανυκτέρευση στο φανταστικό θέρετρο της Καλλιδρομίου. Διαμαρτυρήθηκα κάπως επιφυλακτικά, σκεπτόμενος πως θα στερούσα μια τέτοια χαρά από κάποιον άλλον τυχερό σύντροφο, ανέφερα πως ίσως θα έπρεπε να επιστρέψω στο σπίτι, αλλά εν τέλει, και βλέποντας πόσο την στεναχωρούσε μια τέτοια προοπτική, πρέπει να παραδεχθώ πως δέχτηκα με περισσό ενθουσιασμό  αυτήν την ευκαιρία. Έτσι, καταμεσήμερο πλέον με οδήγησαν οι υπομονετικοί συνοδοί μου πίσω στη σουίτα της προηγούμενης βραδιάς.

Το υπόλοιπο της ημέρας πέρασε ήσυχα, ακόμα και το γεύμα φρόντισαν να παραλείψουν οι καλοί αυτοί άνθρωποι, προσπαθώντας να μην με βάλουν στην διαδικασία εσωτερικής πάλης μεταξύ μια γαστρονομικής ανακάλυψης και της εμπέδωσης του Λιτού Βίου και Αξιοπρέπειας. Ήταν, η αλήθεια είναι, μια μακρά νύχτα. Αντιθέτως με όσα πίστευα τα τελευταία χρόνια, τελικά ο χρόνος περνά πολύ αργά όταν νιώθεις υπέροχα και ευτυχισμένος. Τόσο αργά που στιγμές νόμιζα πως στάθηκε ακίνητος.

Ξημερώνοντας, ετοιμάστηκα με λύπη να αφήσω πίσω μου αυτή την εμπειρία ζωής και επιβιβάστηκα με έναν συνοδό και τα γνωστά μου πλέον βραχιολάκια, σε όχημα μεταφοράς μου στην Ευελπίδων, όπου όπως είχα ενημερωθεί θα συναντούσα το Κύριο Προέδρο, έναν από τους μέγιστους Κριτές, Πάνσοφους Ιεροτελεστές του Υπουργείου Υψίστης Ασάφειας και Ερμηνείας, στο οποίο υπάγεται και το Υπουργείο Ψυχαγωγίας του Πολίτη. Εκεί θα τέλειωνε οριστικά και η τόσο υπέροχη περιπέτεια μου.

Κι όμως, η τύχη μου δεν είχε τελειωμό. Αντ’ αυτού οδηγήθηκα σε παρεμφερές αδελφό θέρετρο κοντά στην πλατεία Ομονοίας. που τιμώντας τον συμβολισμό, αμέσως με φιλοξένησε σε υπέρλαμπρη σουίτα πολλών ατόμων για τις επόμενες ώρες. Εκεί φιλοξενούνταν μονιασμένοι, σύντροφοι απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της αδελφοποιημένης πλέον γης μας, οι οποίοι και με υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκαλιές. Παρατήρησα όμως μια κάποια διστακτικότητα, σχεδόν έχθρα από μεριάς τους προς τους αξιολάτρευτους υπαλλήλους μας, αλλά θεωρώ πως μάλλον φταίει η αντικειμενική δυσκολία της κατανόησης της γλώσσας. Για παράδειγμα, το «κατουρήσου επάνω σου ρε βρωμόζωο» δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως είναι αστεϊσμός στα πλαίσια του «πρώτη φορά αριστερά». Τέλος πάντων. Αφού γνωριστήκαμε και μοιράσαμε μεταξύ μας αναμνηστικά δώρα, τσιγάρα, μπισκότα κτλ, μου επέτρεψαν να τους συνοδέψω στο κέντρο αναψυχής στην οδό Καβάλας, αλλά εκεί δεν μας επέτρεψαν ομαδικές αναμνηστικές φωτογραφίες, παρά μόνο κατά μόνας. Υπέθεσα πως δεν ήθελαν να χαλάσουν το συναίσθημα μιας τόσο βαθιάς, προσωπικής εμπειρίας κατάνυξης και δέους που είχαμε άπαντες στη θέα του εξοπλισμού αλλά και των υπαλλήλων του κέντρου. Τότε έμαθα και πως το αποκαλούν «Σήμανση», μάλλον γιατί σημαδεύει τις αναμνήσεις μας.

Προς το μεσημέρι, αποχωρήσαμε πάλι όλοι μαζί προς τον τελικό προορισμό μας στην Ευελπίδων, όπου και με μεγάλη μου λύπη παρατήρησα πως κάποιοι τυχεροί, έχοντας την εύνοια του Προέδρου, που επιτέλους γνώρισα κι εγώ, επέστρεφαν πάλι στα θεματικά θέρετρα του Υπουργείου Ψυχαγωγίας του Πολίτη. Μπορεί για εμένα η διασκέδαση να τελείωσε εκεί, αλλά είμαι σίγουρος πως σύντομα θα ξαναβρεθώ νικητής στην κλήρωση. Η ελπίδα άλλωστε, πεθαίνει τελευταία.

Υ.Γ 1. Εύχομαι από καρδιάς αυτήν την εμπειρία να την ζήσει σύντομα κάθε συνάνθρωπος σύντροφος απολογητής της νέας μας θεόσταλτης ασαφούς κυβέρνησης.

Υ.Γ. 2. Σύντροφε Τσίπρα, σύντροφε Παρασκευόπουλε και σύντροφε Πανούση, τα θερμά μου συγχαρητήρια για τις επιλογές σας.

Υ.Γ. 3. Από τούδε και στο εξής, το γνωστό εορταστικό ανάθεμα των γνωστών άπλυτων, ακοινώνητων περιθωριακών, «Βάλτε τη Δημοκρατία σας στον κώλο σας», γίνεται πλέον και επισήμως «Βάλτε τη Δημοκρατία σας και την Αριστερά σας, στον κώλο σας».

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-89

Δουλίτσα να υπάρχει.

Νοέμβριος 28, 2014 3 Σχόλια

china-economy-working-class-production-line

Διαβάζω χιλιάδες σελίδες, εκατομμύρια γραμμές, απεγνωσμένες λέξεις που προσπαθούν να εκφράσουν το ανομολόγητο. Ο παραλογισμός, η διαστρέβλωση, ο πόνος, ο θυμός, η παραίτηση.

Η αδυναμία επικοινωνίας, ίσως το πιο τραγικό όλων. Γραφικοί χαρακτήρες αναλαμβάνουν ρόλο υπερηρώων, βιάζουν τη λογική και την αξιοπρέπεια, ανακυκλώνουν το ένα και μοναδικό επιχείρημα υποταγής. Φόβος.

Αλλά ο φόβος γεννάει μίσος, το ξέρουμε καλά, το ζήσαμε πολλές φορές σαν κοινωνία, σαν άτομα. Μόνο που το μίσος αυτό, το συνηθίσαμε, το αγκαλιάσαμε, το κάναμε σημαία και ιδεολογία, το βαφτίσαμε Ασφάλεια και Σταθερότητα, το χρωματίσαμε με ευχάριστους μύθους, το κρύψαμε πίσω από το συμφέρον. Το συμφέρον το δικό μας, το ιδιωτικό, το απάνθρωπο που θέλει όλους τους ανθρώπους αναλώσιμους μπροστά στα λίγα ψίχουλα πλαστής ευημερίας μας.

Οι άνθρωποι πεινάνε, βασανίζονται, σέρνονται στο βούρκο της απαξίωσης, του αποκλεισμού, της εκμετάλλευσης. Φανατικά πιστοί του δόγματος της εξουσίας που θέλει τον άνθρωπο να είναι μόνο αν δουλεύει, πατάνε σε πτώματα για μια θέση στο κάτεργο του καπιταλισμού, αποδύονται κάθε επίφαση αξιοπρέπειας με στόχο την έστω και ελάχιστη αποκατάσταση στο πατροπαράδοτο πρότυπο του φτωχού πλην τιμίου βιοπαλαιστή, θεματοφύλακα των χρηστών ηθών και της τάξης του κόσμου. Ενός κόσμου φτιαγμένου από ηλίθιες παραδοχές και φόβο. Πολύ φόβο.

Ενός κόσμου χωρίς εμάς, αλλά με τις σκιές μας.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7X

Το φως που καίει.

Νοέμβριος 1, 2014 5 Σχόλια

study_for_the_figure_of_love_in_love_leaving_psycheΚάπου εκεί έξω, ανάμεσα στα αναρίθμητα άδεια κουφάρια υπηκόων, ζουν γυμνοί κάποιοι λίγοι που επέλεξαν να μην σκύψουν ποτέ το κεφάλι. Γυμνοί από όλες τις αρετές του συστήματος, γυμνοί από κάθε επίπλαστη εικόνα, γυμνοί κι ανοιχτοί σε κάθε προσέγγιση ανθρώπινης ύπαρξης.

Ανώνυμοι και άσημοι, πορεύονται στο δικό τους μονοπάτι για την αξιοπρέπεια. Ένα μονοπάτι με χιλιάδες εμπόδια, αλλά καθαρό από πτώματα που θα έκαναν το βάδισμα εύκολο. Τους αναγνωρίζεις συνήθως από την απουσία τους. Είναι αυτοί που λείπουν από κάθε δήθεν συνεύρεση. Είναι αυτοί που δεν ωφελούνται ποτέ. Είναι αυτοί που μόνοι δικαιώνουν τον άνθρωπο.

Δεν προσφέρουν καμία ελπίδα, δεν πουλάνε ποτέ υποσχέσεις, δεν διεκδικούν ποτέ αναγνώριση, δεν κλαίνε ποτέ. Μόνο τραγουδάνε τραγούδια της ζωής, ζωγραφίζουν στους τοίχους το μέλλον μας, βάφουν την άσφαλτο με το αίμα τους.

Αν τύχει ποτέ κι αγγίξεις έναν απ’ αυτούς, ίσως μπορέσεις να κλέψεις λίγο από το γέλιο τους. Άλλες φορές πάλι, νιώθεις την άγρια χαρά του χορού τους πάνω στα θαμπωμένα κάτοπτρα της στρεβλής πραγματικότητας ενός τελειωμένου κόσμου. Κι αν τύχει και σ’ αγκαλιάσει κάποιος απ’ αυτούς, μπορεί και να εξαϋλωθείς στη συλλογικότητα που λέγεται Άνθρωπος.

Μόνο πρόσεξε, αν τύχει και δεν αντέξεις, αν φοβηθείς, θα πέσεις ακόμα πιο βαθιά στο βούρκο των ψευδαισθήσεων, θα γίνεις ακόμα πιο άδειο κουφάρι. Τότε θα τους μισήσεις βαθιά, θα τους εκδικηθείς με μανία, θα τους σκοτώσεις. Γιατί το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να κάνει κανείς σε ένα άδειο κουφάρι, είναι να του δείξει τη ζωή.

Γι’ αυτό, το νου σας. Να προσέχετε τις συναναστροφές σας. Αν δεν αντέχετε το φως, καλύτερα να μένετε στα σκοτάδια.

Γιατί το δικό τους φως, καίει.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-7O

Αρέσει σε %d bloggers: