Αρχείο

Archive for the ‘Δικαιοσύνη’ Category

Ένα διαχρονικό παραμύθι

Σεπτεμβρίου 25, 2017 Σχολιάστε

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μικρό χωριό, ζούσαν ευτυχισμένοι καμιά εξηνταριά άνθρωποι. Μπορεί να ήταν κι εξήντα πέντε. Αν και η κύρια ασχολία τους ήταν η κτηνοτροφία, δεν τους έλειπε τίποτα. Μπορεί να μην είχαν όλες τις ανέσεις που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις, μπορεί να μην είχαν θέατρα, κινηματογράφους, και ακριβά εστιατόρια αλλά μια χαρά περνούσαν.

Τα πανηγύρια, εκτός από το μεγάλο στην μνήμη του Άι Λιά στα τέλη του Ιούλη, του προστάτη του χωριού, συχνά στήνονταν στην πλατεία με την παραμικρή αφορμή. Μερικές φορές, πέρναγε και κάποιος περιοδεύων θίασος ή κάποιος καραγκιοζοπαίχτης, και τότε όλο το χωριό μαζεύονταν να διασκεδάσει. Μια φορά μάλιστα, είχε περάσει από το χωριό και ένας περιοδεύων κινηματογράφος. Μεγάλη εντύπωση άφησε αυτό το γεγονός στους χωριανούς, ακόμα το συζητάνε, χρόνια μετά.

Φυσικά, το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ήταν τα δυο καφενεία του χωριού. Παραδοσιακά, όμορφα καφενεία, με καλό καφέ, νόστιμα μεζεδάκια και δυνατό τσίπουρο. Δεν παραβλέπουμε βέβαια και τις δροσερές πορτοκαλάδες και τη βανίλια υποβρύχιο για τα παιδιά.

Αυτά τα δύο καφενεία που λέτε, ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, στην πλατεία του χωριού. Βόρεια το ένα, του Βασίλη του Χοντρού και νότια το άλλο, του Μήτσου, που είχε το συνήθειο να επιμένει να τον φωνάζουν Δημήτριο, αφού στα νιάτα του είχε περάσει ένα έτος στη νομική σχολή, στη μεγάλη πόλη. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο χωριό όταν αρρώστησε βαριά ο πατέρας του, και κάποιος έπρεπε να φροντίσει το καφενείο. Βλέπετε, από αυτό ζούσαν όλοι, κι αυτός και η μάνα του και οι δυο ανύπαντρες τότε αδερφές του. Γύρισε λοιπόν άρον άρον, αλλά το κουσούρι της νομικής έμεινε. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι Μήτσος ο Χασοδίκης.

Στην ανατολική πλευρά της πλατείας, στεκόταν η εκκλησιά του Άι Λιά. Το καμάρι του χωριού. Ο παππάς του χωριού, ένας γεράκος, έξω καρδιά, που σε όλους έλεγε πως θα πάνε στον παράδεισο, όλους τους αγαπούσε και κανέναν, μα κανένα δεν είχε επιπλήξει ποτέ αν καμιά φορά δεν εμφανιζόταν στην εκκλησία, ή αν του ξέφευγε καμιά βλαστήμια. Το παγκάρι του ήταν μονίμως άδειο, μιας και ότι έπεφτε μέσα, πήγαινε αμέσως στους πιο φτωχούς, σε κάποιο παιδί του χωριού που είχε κατέβει στη μεγάλη πόλη για σπουδές ή σε λογαριασμούς κάποιου νοσοκομείου όταν η ασθένεια ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων του γιατρού.

Ο γιατρός ήταν νέος, ξενομερίτης, τον έστειλε το Κράτος στο χωριό για τρία χρόνια, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Ακούραστος και ευγενικός, πάντα έτρεχε να βοηθήσει τους ανθρώπους του, αλλά πέρα από κανα κερασμένο τσίπουρο, κανα γλυκό του κουταλιού και κανα κυριακάτικο τραπέζωμα όσο ζούσε μόνος του, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει αμοιβή για τις υπηρεσίες του. “Μα με πληρώνει το Κράτος”, αναφωνούσε θιγμένος κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να τον πληρώσει. Μετά βέβαια, αγάπησε τη Μαριγώ, την κόρη του μπακάλη, και έτσι έχασε τα κυριακάτικα γεύματα, αλλά κέρδισε τον έρωτα τς ζωής του. Σύντομα έκανε και κουτσούβελα, έμεινε πια μόνιμος στο χωριό, και οι άνθρωποι έπαψαν να τον λεν ξενομερίτη. Τον πείραζαν όμως καμιά φορά, φωνάζοντας τον σώγαμπρο. Τότε γελούσε και τους έλεγε πως τα τρία από τα εφτά παιδιά που πήγαιναν σχολείο στο χωριό, ήταν δικά του, του σώγαμπρου.

Το σχολείο ήταν στην άκρη του χωριού, πέτρινο, δυο τάξεις και ένα γραφειάκι για το δάσκαλο. Η μια τάξη χρησίμευε ως αποθήκη μιας και τα παιδιά ήταν λίγα. Ο δάσκαλος, ο κύριος Ξενοφών, μιας κάποιας ηλικίας, εργένης, μετρημένος και πάντα καλοντυμένος ήταν καλοσυνάτος και υπομονετικός με τα παιδιά. Πέρα από τη σχολική ύλη, τα έπαιρνε συχνά στην εξοχή να τα διδάξει επί τόπου βοτανολογία, βιολογία, ζωολογία και άλλα. Τους μάθαινε για τα πετρώματα και τα απολιθώματα και την προϊστορία.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σ’ αυτές τις εξορμήσεις συναντούσαν τον αγροφύλακα να γυρνάει από χωράφι σε βοσκοτόπι και από μαντρί σε αγρόκτημα. Ο αγροφύλακας που έκανε χρέη και αστυνόμου, ο Δημήτρης του Νικολή, όπως τον ήξεραν στο χωριό, όχι μόνο δεν ασκούσε ουσιαστική εξουσία, αλλά έτρεχε πάντα να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη από ένα χεράκι στις δουλειές. Πότε τον έβρισκες στον έναν όταν έσφαζε γουρούνι, πότε στον άλλο όταν ήταν ο καιρός για το κούρεμα των προβάτων, άλλες πάλι φορές έκοβε ξύλα για κάποιες γιαγιάδες, που χήρες πλέον, ζούσαν μοναχές τους.

Ο παππάς, ο δάσκαλος και ο γιατρός ήταν αχώριστοι. Οι τρεις τους μαζεύονταν στο καφενείο για τσίπουρο και πρέφα σχεδόν κάθε απόβραδο. Αλλά φρόντιζαν να πηγαίνουν μια στο ένα και μια στο άλλο καφενείο, μιας και κανένας στο χωριό δεν είχε έχθρες με κάποιον άλλον. Καμιά φορά μαζί τους, έβλεπες και το αγροφύλακα. Αν δεν ήταν εκεί, τότε σίγουρα ήταν με μιαν άλλη αχώριστη τριάδα στο χωριό που την αποτελούσαν ο Πρόεδρος, ο μπακάλης και ο φαρμακοποιός.

Ο Πρόεδρος, Σωτήρης Μέτζουλας στο όνομα, ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Ένα γεγονός που εξασφάλιζε την μόνιμη εκλογή του ως προέδρου του χωριού. Κατά βάθος, ήσυχος και καλός άνθρωπος, πάσχιζε να βοηθήσει το χωριό με κονδύλια από τη Νομαρχία και την κεντρική κυβέρνηση, υποστήριζε σθεναρά τις υποθέσεις των συγχωριανών του, και το γραφείο της κοινότητας ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον τον χρειαζόταν. Το μόνο του κουσούρι ήταν το τσίπουρο, αλλά κι αυτό μόνο όταν έκλεινε η “υπηρεσία της κοινότητος” όπως επέμενε να ονομάζει το τραπεζάκι του καφενείου που χρησιμοποιούσε αντί για το γραφείο του.

Ο μπακάλης, ένας θεόρατος καλοσυνάτος γίγαντας που άκουγε στο όνομα Ηλίας, το επώνυμο Τσάμκας, ήταν ταυτόχρονα και φούρναρης του χωριού. Από κονσέρβα μέχρι σπίρτα, από ψωμί μέχρι λάδι, από σαπούνι μέχρι σοκολάτες, όλα τα είχε στο μαγαζί. Ένα διώροφο πίσω από την εκκλησιά, που κάτω ήταν μαγαζί και απάνω το σπίτι του. Πολλές φορές “ξεχνούσε” να γράψει τα βερεσέδια, πάντα είχε ένα γλειφιτζούρι για τα παιδιά και το μόνο του παράπονο ήταν που είχε μόνο μία κόρη, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, αλλά του πέρασε όταν απέκτησε εγγόνια, και μάλιστα από γαμπρό γιατρό.

Ίσως ο πιο βαρετός να ήταν ο φαρμακοποιός, αλλά μόνο γιατί δεν έπινε, δεν κάπνιζε και είχε μια ανεξήγητη μανία να πλένει συνέχεια τα χέρια του, ως και εκατό φορές την ημέρα. Φάρμακο όμως δεν αρνήθηκε ποτέ σε άρρωστο, είχε δεν είχε λεφτά. Ήταν και λόγιος, διάβαζε κάτι βιβλία, μαύρα, χοντρά δερματόδετα, γραμμένα στη καθαρεύουσα, που μόνο ο δάσκαλος και ο γιατρός θα μπορούσαν να διαβάσουν. Κι όμως, όλως περιέργως, ο Αλέξανδρος Φυκώνης, αυτό ήταν το όνομα του, αν και όλοι τον φώναζαν φαρμακοτρίτφτη, δεν έκανε πολύ παρέα με το γιατρό ή το δάσκαλο. Οι κακές οι γλώσσες λέγανε πως ντρέπεται γιατί δεν είχε τόσο “δυνατό” πτυχίο. Ποιος ξέρει άραγε.

Υπήρχαν και άλλοι πολλοί ωραίοι άνθρωποι στο χωριό, σχεδόν όλοι δηλαδή ήταν ωραίοι, αλλά που να τους απομνημονεύσει κανείς όλους; Ο Μπάμπης, ο καλλίτερος χτίστης πέτρας, ο Νίκος ο χασάπης, ο Παναής ο βοσκός, η Βαγγελιώ η μοδίστρα, η Αννούλα του Πίκουλα με τα υφαντά της και πόσοι ακόμα.

Και η ζωή περνούσε όμορφα. Απλά αλλά όμορφα. Και ήρθε το καλοκαίρι, και είχαμε και γάμο στο χωριό και όλοι περίμεναν πως και πως το γλέντι, μετά της Παναγιάς είχαν πει. Κι ένα πρωί μπήκε ένα απόσπασμα Ες Ες στη πλατεία, και κάποιοι με κουκούλες. Και μάζεψαν όλο το χωριό και ψάχναν τον Θύμιο, του κυρ Παντελή που λέγαν πως είχε βγει στο βουνό, Και τους σκότωσαν όλους, εφτά παιδιά, είκοσι πέντε άντρες και τριάντα γυναίκες και τον γιατρό, και το φαρμακοποιό και τον αγροφύλακα και τον παπά και τον μπακάλη και τους καφετζήδες. Μόνο το πρόεδρο άφησαν γιατί ήταν ο φτωχός δευτεροξάδερφος του Βουλευτή του νομού με το κυβερνών κόμμα, του γνωστού για την φιλοπατρία του Επαμεινώνδα Μέτζουλα του Αγησίλαου, γόνος γνωστής οικογένειας κλεφταρματολών του αγώνα του ΄21. Αλλά κι αυτός, δεν άντεξε, κρεμάστηκε μόνος του από μια καρυδιά που ήταν στο κέντρο της πλατείας αμέσως με το που έφυγαν οι Ες Ες και οι κουκούλες.

Ήταν μήνας Αύγουστος, αρχές, το καλοκαίρι του 1943.

……

Μήνας Σεπτέμβρης, 2017, και οι Ες Ες ξεχύνονται πάλι στα χωριά, μόνο οι κουκούλες άλλαξαν. Τώρα πια είναι γραβάτες.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-ae

Advertisements

σούρουπο στον κάκαβο

Σεπτεμβρίου 15, 2017 1 Σχολιο

img69140_b3c26f621f4339020a572bf147c1eab9_650_432

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις την ηχώ απ’ τα δακρυγόνα και τα ουρλιαχτά των μπάτσων που επιβάλουν το θανατικό. Θ’ ακούσεις τα βαρύγδουπα καταδικαστικά βουλεύματα μεγαλόσχημων δικαστών, τις κυνικές δηλώσεις των αφεντικών, τα παρακάλια των λακέδων, τα ψέματα των πολιτικών.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις το στρίγκλισμα των πριονιών, τους κρότους των εκρηκτικών, το βρυχηθμό από τις μηχανές που κόβουν, σκάβουν, ξεκοιλιάζουν, και μεταφέρουν το βουνό σε μακρινούς μα τόσο κερδοφόρους προορισμούς.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις το τραγούδι του βουνού, σαν ένα νανούρισμα σαν μοιρολόι. Θα ακούσεις το βουνό να κλαίει για τα δέντρα του, θα ακούσεις τα νερά να νανουρίζουν τα πεθαμένα κούτσουρα, θα ακούσεις τον αέρα να τραγουδά για την αδικία.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις το κλάμα του νερού που του στέρησαν τη ζωή με τόσα δηλητήρια. Θ’ ακούσεις τον ψίθυρο της πέτρας που τόσο βίαια θρυμμάτισαν, το μοιρολόι των δέντρων για τα κομμένα, ξεριζωμένα αδέρφια τους.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο,

θ’ ακούσεις τα λυπημένα τραγούδια που λένε τα σκοτωμένα δέντρα της Χαλκιδικής στα χαμένα παιδιά των ανθρώπων.

αν περπατήσεις σούρουπο στον κάκαβο, θ’ ακούσεις την αγωνία όσων με τα δέντρα τραγουδάνε.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-9V

Από τα κάτω

Νοέμβριος 9, 2016 1 Σχολιο

1475770502_114a1ce9f8_o

Γύρω μας τα πάντα καταρρέουν. Οικονομικά μας πήρε ο διάολος. Κοινωνικά ολισθαίνουμε ταχύτατα στον φασισμό. Πολιτικά κατακτήσαμε πλέον τον πάτο της λογικής, το υψηλότερο επίπεδο μαφιόζικης διαχείρισης των κοινών. Διαφθορά, λαμογιά, φασισμός, παρτακισμός, ψεύδος και αναλγησία, απροκάλυπτα πλέον κυριαρχούν απόλυτα σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης. Η φτώχεια, η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ωμή και εξαντλητική εκμετάλλευση, η καταστολή και η πλύση εγκεφάλου είναι η μόνιμη καθημερινότητα για τους πολίτες.  Και το ζητούμενο παραμένει.

Τις πταίει;

Οι απόψεις, διαφορετικές ανάλογα με την πολιτική ταυτότητα του εκφέροντος, άλλες κοντά άλλες μακριά από κάθε πραγματικότητα, δυστυχώς συνήθως περιορίζουν την αναλυτική τους προσπάθεια στην παρατήρηση και την διαπίστωση των συμπτωμάτων. Ομιλώ φυσικά για την «προοδευτική» ή αλλιώς «αριστερή» θεώρηση, μιας και οι εκ των δεξιών αναλύσεις φύσει εξυπηρετούν και δικαιολογούν το υπάρχον ως αναγκαίο και σωστό.

Στο εν γένει «αριστερό» ακόμα και «ελευθεριακό» τοπίο, παρά τις εκ πρώτης όψεως θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ τους, έχουμε μια σχετική σύγκλιση στις διαπιστώσεις αλλά και στην θεώρηση. Κυρίαρχο σημείο σύγκλισης, παραμένει αυτό της ύπαρξης του Καπιταλισμού ως μοντέλο οικονομικής διαχείρισης και κατά συνέπεια και πολιτικής θεσμοθέτησης  των κοινωνικών σχέσεων. Πλείστα όμως τα πολιτικά υποκείμενα υποκύπτουν στην λανθάνουσα αντίληψη του Καπιταλισμού ως οντότητα και όχι ως κατάσταση, σχέσεις  μεταξύ των ανθρώπων. Όλες σχεδόν οι εναλλακτικές στον Καπιταλισμό, αρνούνται να αναγνωρίσουν την ουσιαστική του ιδιότητα στην παραγωγή σχέσεων εξουσίας ως πυρήνα του προβλήματος αλλά θεωρώντας τον διαχειριστή της εξουσίας, αποσκοπούν στην αλλαγή του τρόπου διάχυσης και διαχείρισης της εξουσίας και όχι την κατάργηση αυτής καθ’ αυτής. Έτσι, η ιδιοκτησία για παράδειγμα είναι μια «φυσιολογική» σχέση και ερίζουμε για την ηθική της υπόσταση ως προς τον τρόπο απόκτησης, ή ως προς τον βαθμό συγκέντρωσης ή ακόμα ως προς τον φορέα που την διαχειρίζεται.

Ο Καπιταλισμός αντιμετωπίζεται στην θεωρητική του αποδόμηση περίπου ως αυτόνομη δύναμη, εξυπηρετούμενη από πρόθυμους υποστηρικτές του με σκοπό την προσωπική τους επιβράβευση. Ο Καπιταλισμός ως οντότητα, ανάγεται σε κυρίαρχο εχθρό, και ως εκ τούτου, ως ο απόλυτος στόχος καταστροφής. Πως καταστρέφεις όμως μια ιδεατή οντότητα; Πως πολεμάς κάτι μη χειροπιαστό;

Είναι ακριβώς αυτή η ιδεολογικοποίηση του καπιταλισμού από υποστηρικτές και εχθρούς του ταυτόχρονα, η ίδια ιδεολογικοποίηση κάθε μέχρι στιγμής προτεινόμενης εναλλακτικής που οδηγεί στον αποπροσανατολισμό και κατά συνέπεια στην διαιώνιση του προβλήματος.

Κι εδώ οι απόψεις των διαφόρων ρευμάτων της «αριστερής» διανόησης συνεχίζουν να διχάζονται. Από την χρήση των πολιτικών μέσων (που θεσπίζονται καπιταλιστικά) μέχρι την ένοπλη επανάσταση (με σκοπό την αλλαγή διαχειριστή της εξουσίας) ο δρόμος διακλαδώνεται σε εκατομμύρια μονοπάτια. Έχουν όμως κοινό στοιχείο την υποτιθέμενη «ηθική υπεροχή» κάθε αντικαπιταλιστικού ρεύματος έναντι της υπάρχουσας κατάστασης. Όλοι επικαλούνται το «δίκαιο» και την «ανώτερη ηθική» ως λόγο αντίστασης, ως προαπαιτούμενη παραδοχή από μέρους του υποκειμένου ώστε να του δίδεται η νομιμοποίηση συμμετοχής στον αγώνα ενάντια του εχθρού. Η καταστροφή του καπιταλισμού ως εκ τούτου, υπάρχει μόνο σαν ιδέα αντικατάστασης του με μια ηθικά υπερέχουσα εναλλακτική. Τι είναι όμως τελικά αυτό που επιτρέπει την ύπαρξη του Καπιταλισμού; Ή μάλλον πιο σωστά, τι είναι αυτό που κρατάει τον καπιταλισμό ακόμα ζωντανό; Που αποτυγχάνουν οι εναλλακτικές ηθικές αφηγήσεις; Γιατί δεν αποτελούν ουσιαστικά κανέναν σοβαρό κίνδυνο για την επιβίωση του Καπιταλισμού;

Δεν στοχεύουμε στην κατάργηση των συνθηκών που γεννούν τις ανθρώπινες σχέσεις που ονομάζουμε Καπιταλισμό, αλλά στην αντικατάσταση του Καπιταλισμού με κάτι άλλο που θα γεννά τις ανθρώπινες σχέσεις με διαφορετικό από το καπιταλιστικό ηθικό πρόσημο. Έτσι αντί να επικεντρωθούμε στην αλλαγή των σχέσεων που ορίζουν την ποιότητα της ζωής μας, στοχεύουμε στην αλλαγή της ηθική της ζωής με την ψευδαίσθηση πως θα αλλάξουν έτσι οι σχέσεις μας.

Επί της ουσίας μένουμε προσκολλημένοι σε μια μανιχαϊκή αντίληψη που θέλει τις ανθρώπινες σχέσεις δυνατές μόνο κάτω από το πρίσμα του ενός ή του άλλου ιδεολογικού στρατοπέδου. Όπου η κάθε σχέση υπόκειται στην αξιολόγηση «πάντα καλή» ή «πάντα κακή» βάσει ενός πολιτικού ιδεολογικού κώδικα, μιας ανώτερης ηθικής αφήγησης. Όσο θα επιχειρούμε να δικαιολογήσουμε σε ιδεολογικό ή ηθικό επίπεδο την όποια μορφή ανθρωπίνων σχέσεων, τόσο ο καπιταλισμός θα επιβιώνει, αλλά και τόσο οι προτεινόμενες εναλλακτικές θα παραμένουν ψευδαισθήσεις μικρών ομάδων «πιστών» και ζηλωτών.

Δεν είναι ο καπιταλισμός αυτός καθ’ αυτός το πρόβλημα αλλά η παραδοχή των ανθρωπίνων σχέσεων που τον αποτελούν ως φυσιολογικές. Μόνος τρόπος να αλλάξει αυτό είναι να κατανοηθεί η ανάγκη αλλαγής των σχέσεων μεταξύ μας βάσει της λογικής και όχι βάσει της όποιας ιδεολογικής και κατά συνέπεια, ηθικής επιταγής που ευελπιστεί να τον αντικαταστήσει.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-9B

Ξέπνοα

Ιουνίου 3, 2016 1 Σχολιο

736497f2f6971e21ce055c00ad24c9b5_XL

 

Ναυάγησα σε λάθος τόπο
πολύ χλωρό, πολύ καθάριο
σκουπίδι στη ακτή το σώμα μου
το γερασμένο, το άρρωστο, το βρεφικό,
βρώμισε τον αέρα η ανάσα μου
μα πιο κακό έκανε η λαλιά μου.

Του τόπου ετούτου άνθρωποι
μην με κακολογάτε
θα πάω πίσω να πνιγώ
το τόπο να μην πιάνω
κι αν σας αδίκησα ποτέ
είναι που δεν με αφήσατε
ποτέ μου ν’ ανασάνω.

.

Short Url: http://wp.me/p2tMSd-8R

Προσφεύγοντας

Μαρτίου 21, 2016 3 Σχόλια

refugees-family-barbed-wire-dpc.jpg

 

Δεν έχει ο Ξένος Ιθάκη να γυρέψει

το ταξίδι του αβέβαιο, σκοτεινό

ξένος και μιαρός για πάντα θα φαντάζει

όπου βρεθεί θα φύγει τρομαγμένος

ή θα κλειστεί σε φράχτες καθαρούς

από τους ντόπιους ευγενείς της λάσπης.

 

Τι κι αν προσφεύγει Ικέτης στο Ναό;

Άδειο κουφάρι είναι πλέον, μάρμαρα γυμνά

ξεχάστηκε ο Θεός που ζούσε εδώ

τώρα λατρεύεται η ησυχία, το εγώ

και στον δικό μας τον ζυγό ζωσμένοι

Ικέτες δεν αντέχουμε κοντά μας.

 

Χιλιάδες οι νεκροί, χιλιάδες άταφοι

ο τόπος όλος μιαν αποφορά

σαπίλα εκτός κι εντός του κόσμου

φεύγει ο Ικέτης, δεν θα βρει εδώ

κανέναν ζωντανό να τον μαζέψει

πτώματα όλοι, μούμιες, νεκρά εκθέματα.

.

ShorUrl: http://wp.me/p2tMSd-8o

Μικρές ιστορίες από τα κρατητήρια (2) – Με τα δόντια

Μαρτίου 25, 2015 5 Σχόλια

Featured image

Κάποια στιγμή ήρθε ένας φρουρός και άνοιξε την πόρτα ώστε να πάμε ένας ένας στην τουαλέτα. Η κινέζα πήγε πρώτη, αμίλητη και ντροπαλή. Μετά πήγε η τσιγγάνα, γελώντας και όλο σκέρτσο. Πριν βγει, γυρνάει και μου λέει, «αν αντέχεις, μην πας ακόμα, θα κολλήσεις τίποτα από τη βρώμα». Γύρισε σχεδόν αμέσως, «μόνο το πρόσωπο μου έβρεξα», είπε, «δεν κάθομαι εκεί να κατουρήσω, θα κρατηθώ μέχρι τα δικαστήρια».

Ο φρουρός την κοίταξε ειρωνικά και αφού γέλασε μόνος του, μουρμούρισε «κοίτα που έχουν και απαιτήσεις». Η τσιγγάνα, που το άκουσε, γυρίζει και του απαντά, «πρέπει κύριε αστυνόμε μου να πάθουμε αρρώστια γιατί πουλάγαμε λίγες μπλούζες για να φάμε ψωμί;».

«Να φάτε» της απαντά ο φρουρός, «να φάτε, αλλά να πάτε να δουλέψετε για να φάτε». «που να δουλέψουμε;», του αντιγυρίζει, «δεν υπάρχουν δουλειές, μακάρι να είχαμε δουλειά». «Δεν υπάρχουν δουλειές ε; Δεν υπάρχουν δουλειές λες. Εμ βέβαια, αφού πήξαμε από σας». Εκείνη τη στιγμή ήμουν έτοιμος να επέμβω με μια ερώτηση αλλά δεν πρόλαβα. Ο φρουρός τσαντισμένος συνέχισε, «να πάτε στα χωράφια ρε, να σκάψτε τα χωράφια». «Εγώ έχω πάει, αλλά δεν μας έδιναν σωστά εργαλεία, πολύ κουραστικό και τα λεφτά λίγα» πετάχτηκε ένας ηλικιωμένος. «Θα έχουμε και φρέζα;» ρωτάει η τσιγγάνα τον φρουρό περιπαιχτικά. «Κοίτα κάτι μούτρα ρε που θέλουν και φρέζα, κοίτα ρε» χαχάνησε αυτός.

«Δώστε μας την γη, να τη δουλέψουμε ελεύθεροι, χωρίς επιστάτες και σκυλιά, και θα πάμε» ακούστηκε ξαφνικά από το βάθος του κελιού. Ένας σαραντάρης, σαρανταπεντάρης το πολύ, κοκαλιασμένος και σε άθλια κατάσταση, μάλλον αλβανός, δεν έμαθα ποτέ. Και συνέχισε «δώστε μας τη γη να τη δουλέψουμε για μας, και αν χρειαστεί, με τα χέρια θα τη σκάψουμε, δεν θέλουμε μηχανήματα, με τα χέρια»

Ο φρουρός μας κοίταξε όλους απαξιωτικά, έκλεισε την πόρτα και γύρισε να φύγει.

«Με τα δόντια αν χρειαστεί» πετάχτηκε επίτηδες δυνατά ένα παλληκάρι μαύρο, «και με τα δόντια θα τη σκάψουμε, αλλά να τρώμε φαί, όχι ξύλο». Ο φρουρός είχε ήδη φύγει. «Και με τα δόντια», μουρμούρισαν κάποιοι άλλοι. Σιωπή για λίγο.

«Και με τα δόντια» σκέφτηκα κι εγώ.

.

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-8k

Μικρές ιστορίες από τα κρατητήρια (1)  – Η Ντροπή.

Μαρτίου 24, 2015 4 Σχόλια

Featured image

Στο ΑΤ Ομόνοιας, έφτασα σιδηροδέσμιος στις 7 το πρωί. Με πέταξαν σε ένα κελί που στοιβάζονταν καμιά δεκαριά υπάρξεις, οι περισσότερες εκείνη την ώρα ακόμα κουκουλωμένες με βρώμικες κουβέρτες. Εκεί θα περίμενα μέχρι να μας πάνε στα δικαστήρια, αφού πρώτα θα μας πέρναγαν από τη σήμανση για φακέλωμα.

«Καλημέρα», μου χαμογέλασε, ένας ηλικιωμένος που ήταν όρθιος και περπατούσε πάνω κάτω σχετικά ήρεμα. «Καλημέρα» του απάντησα, η αλήθεια είναι κάπως κουρασμένος. Μου χαμογέλασε ξανά. «Αν θες τσιγάρο» μου είπε, «περίμενε λίγο να ξυπνήσει η κοπελιά», δείχνοντας μου έναν ανθρώπινο μπόγο κουλουριασμένο στη γωνία. «Έχω, ευχαριστώ» του είπα, και μηχανικά έβγαλα το πακέτο ανάβοντας ένα. Έκανα να το ξαναβάλω στην τσέπη μου όταν συνήλθα και αμέσως του αντιπρότεινα «θες εσύ ένα;» ενώ παράλληλα του πρόταξα το ανοιχτό πακέτο. «Δεν καπνίζω» μου απάντησε «σ’ ευχαριστώ».

Μείναμε για λίγο σιωπηλοί, αυτός περπατώντας πάνω κάτω και εγώ αρχίζοντας πλέον να συνειδητοποιώ τον χώρο καλλίτερα. Μια κοπέλα από την Κίνα, καθόταν σφιγμένη δίπλα στην πόρτα, αμίλητη. «Καλημέρα» της είπα αλλά δεν μου απάντησε, μόνο μου χαμογέλασε ευγενικά αλλά σφιγμένα. «Περιμένει 2 ώρες να μας ανοίξουν να πάει τουαλέτα» μου λέει ο ηλικιωμένος, που τελικά ήταν Αλβανός. «Μα τώρα άνοιξαν» του λέω κοιτάζοντας και τους δύο, «για να βάλουν εμένα μέσα, γιατί δεν πήγε;». «Δεν μας αφήνουν έτσι, πρέπει να πάμε όταν θέλουν αυτοί, με συνοδεία» και το «αυτοί» ακούστηκε σαν ό,τι χειρότερο που μπορούσε να σου συμβεί.

Λίγο αργότερα, άρχισαν να ξυπνούν και άλλοι, μαζί τους και μια χαρούμενη κοπελιά, τσιγγάνα όπως μου είπε, από την Αλβανία. Ξύπνησε με ένα χαμόγελο σαν την ανατολή του ήλιου και  άρχισε αμέσως να ρωτά. «Από που είσαι εσύ;» «Γιατί σε πιάσανε;» «θέλεις τσιγάρο;» και σχεδόν σε μιαν ανάσα με όλα αυτά «έλληνας είσαι;». Η καρδιά μου πάγωσε στην τελευταία ερώτηση. Τις περασμένες δύο νύχτες ήμουν σε κάτι βρωμερά κελιά στο ΑΤ Εξαρχείων, μόνος μου, με μόνη συντροφιά ζωγραφιές και ονόματα χαραγμένα στους τοίχους. Τα πιο πολλά ήταν του στυλ, «η ελλάδα είναι σκατά», «fuck greece», «στο ελαδα πεθαίνω» (sic) και άλλα τέτοια. Με μια πρωτόγνωρη ντροπή, απάντησα «ναι, έλληνας είμαι». Κράτησα την αναπνοή μου για λίγο. Πίστεψα πως πλέον θα είμαι απομονωμένος, πως θα με φοβηθούν. Πως να κουβαλήσω τον τίτλο Έλληνας, όταν είναι αυτό ακριβώς που τους έχει τσακίσει; Παρατηρούσα το πρόσωπο της με αγωνία, «τώρα θα μου γυρίσει την πλάτη» σκέφτηκα.

Ο ηλικιωμένος αμέσως μπήκε στη κουβέντα «μπορείς να διαβάσεις λίγο το χαρτί που έδωσαν στο κορίτσι» μου λέει, και έκανε νόημα προς την κοπέλα από την Κίνα. «Ναι, ναι», μου πετάει το η τσιγγάνα, «διάβασε το, γιατί εμείς δεν καταλαβαίνουμε» και αμέσως μου έφυγε ο φόβος της απομόνωσης. Πήρα την κλήση και διάβασα: «Στην οδό Αθηνάς συνελήφθη η ……… έχοντας στην κατοχή της 4 ρολόγια, 10 αναπτήρες και 7 φακούς» πρόστιμο πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €)». Σταματώ, περιμένω αντιδράσεις. Τίποτα.

«Μάλιστα», λέει σε λίγο ο ηλικιωμένος, «και μένα με δύο ζευγάρια παπούτσια με έπιασαν». «Εμένα με τέσσερις μπλούζες» πετάγεται η τσιγγάνα, «πέντε χρόνια απέλαση θα φάω, και πρόστιμο. και τα παιδιά μου;». Σιωπή. Μια φωνή από το βάθος συμπλήρωσε. «Είμαστε όλοι ξυπόλητοι». Θυμήθηκα το σύνθημα στους τοίχους. «Η δικαιοσύνη είναι σαν το φίδι, δαγκώνει μόνο τους ξυπόλητους» Για λίγο κανείς δεν μιλούσε. Μέχρι που ακούστηκε το χτύπημα της πόρτας. Η Κινέζα χτυπούσε μαλακά, σχεδόν φοβισμένα, για να της ανοίξουν να πάει τουαλέτα. «Δεν ακούει» μας είπε, με τν απόγνωση να ζωγραφίζεται δραματικά στο πρόσωπο της. Πήγα στην πόρτα και την κοπάνησα με δύναμη, παρατεταμένα. Πήρε λίγα λεπτά και ένα αγριεμένο πρόσωπο μπάτσου ήρθε στο παραθυράκι. Με κοίταξε με θράσος, «τι τρέχει;» μου γαυγίζει. «Η κυρία έχει ανάγκη να πάει την τουαλέτα» του λέω, και κάνω ένα βήμα πίσω να δείξω την κινέζα. Την κοιτάζει για λίγο, χαμογελά υποτιμητικά, κοιτάζει ξανά εμένα και μου λέει, «Είσαι απ’ αυτούς που συγκινούνται με τα ζώα ε; Μετάφρασε της αυτό λοιπόν: «κατουρήσου επάνω σου ρε βρωμόζωο» και κλείνει με βρόντο το παραθυράκι.

,

ShortUrl: http://wp.me/p2tMSd-8g

Αρέσει σε %d bloggers: