Οι φτερωτοί κλέφτες

Δεκέμβριος 3, 2012 Σχολιάστε Go to comments

seagull flock

Θυμάμαι που καθόμασταν παιδιά, στο τσιμέντο του μόλου, με τα πόδια μας να κρέμονται πάνω από τα νερά του λιμανιού. Σούρουπο, και τα φώτα άρχιζαν να ανάβουν δειλά το ένα μετά το άλλο. Κάποιο αργοπορημένο καΐκι γύριζε από την ψαριά της ημέρας, λικνιζόμενο στα ήρεμα νερά σαν κοκέτα που πάει σε κοινωνική χοροεσπερίδα. Κανά δυο γλάροι πετούσαν κυκλικά από πάνω του, μαθημένοι στα καλούδια που τους πέταγαν οι ψαράδες όταν καθάριζαν τα δίχτυα τους. Άσπροι φτερωτοί κλέφτες, ανέμελοι σαν παιδιά. Έτσι τους έλεγες. Όταν μεγαλώσουμε θέλαμε να γίνουμε ναυτικοί, να ταξιδέψουμε παρέα τον κόσμο. Και είχαμε τη σιγουριά πως παντού θα νιώθαμε στο σπίτι μας, στο λιμάνι μας, μιας και παντού θα μας ακολουθούσαν οι φτερωτοί σου κλέφτες. Ανέμελοι σαν παιδιά.

Σε ξαναβρήκα ξαφνικά, τριάντα  χρόνια αργότερα. Είχες ασπρίσει σχεδόν. «Δεν άλλαξες μου είπες» και με πήρες απ’ το χέρι να πιούμε τον καφέ της αντάμωσης, σε κείνο το φρικτό καφέ στο κέντρο της Αθήνας. Καπετάνιος εσύ, πολυτεχνίτης εγώ. Ταξίδεψες στις θάλασσες του κόσμου, έμεινα πίσω να πλάθω όνειρα στεριανά. Σιγά σιγά, μου έπλασες τη φρίκη της ζωής σου μπρος στα μάτια μου. Είδες τη φτώχια, την αρρώστια, το μίσος. Πήγες με γυναίκες σε ανάγκη, αγόρασες χασίς από παιδιά, μπαρκάρισες με σκυλοπνίχτες και γκαζάδικα, είδες τη βρωμερή πλευρά των λιμανιών. «Θεριό ο άνθρωπος», μου είπες «θεριό ανήμερο».

Σώπασες για λίγο, και έστριψες καπνό εξωτικό. Ρούφηξες το τσιγάρο σαν τον δύτη, που πρέπει να γεμίσει τα πνευμόνια και να βουτήξει στο βυθό χωρίς ανάσα άλλη. Με κοίταξες λοξά. «Θες κι άλλα;» μου είπες, «θες να μάθεις;». Έγνεψα ναι. Συνέχισες. Πορτογαλία, Βραζιλία, Εκουαδόρ. Ιαπωνία, Κίνα, Ταϋλάνδη. Πόνος, αγωνία, φτώχια, μπουρδέλα, ναρκωτικά, τζόγος. Ορφάνια και δάκρυα παντού. Μιλούσες και άναψαν τα μάτια σου, οργή. Μιλούσες και έκλεινε η ψυχή μου. Λύπη. «Κάπου στην Αφρική, άφησα ένα γιο» μου είπες. «Κάπου ίσως, κάποτε να γυρίσω».

Πέρασε η ώρα, σουρούπωσε. «Και τώρα τα δικά σου». Τι να σου πω; «Όλα καλά, θαυμάσια» σου είπα, και γέλασε το χείλι σου. Πώς να σου πω πως όλα όσα έζησες, σε χίλιες μύριες χώρες, τα έζησα κι εγώ εδώ, σε μια μονάχα πόλη; Πώς να σου δείξω πως την ίδια μοναξιά του καραβιού, την έζησα μέσα στο πλήθος; Σηκώθηκα να φύγω. «Θα σε βρω, ξανά» ψιθύρισα. «Αύριο, μεθαύριο σίγουρα». Με χαιρέτησες με μια αγκαλιά. Σαν τότε που χωρίσαμε στερνή φορά στο μόλο της πατρίδας. Σούρουπο, και τα φώτα άρχιζαν να ανάβουν δειλά το ένα μετά το άλλο. «Δεν τους είδα» μου ψιθύρισες στο αυτί, «δεν τους είδα πουθενά». Απόρησα. Κοντοστάθηκα, και πριν προλάβω να ρωτήσω, «τους φτερωτούς κλέφτες» μου είπες λυπημένα. «Πετάνε μόνο όπου υπάρχει χαρά»

.

Short Url: http://wp.me/p2tMSd-4P

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: